Η γεωγραφική κατανομή του είδους αυτού στη χώρα μας περιλαμβάνει όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα (εκτός από το ανατολικό τμήμα της Θράκης και την Αττική), καθώς και την Λευκάδα, την Κεφαλληνία και τα Κύθηρα.
'!
Ο τυπικός βιότοπος είναι τα βραχώδη βουνά και οι ορεινές πλαγιές με χαρακτηριστικό πέτρωμα τον ασβεστόλιθο. Προτιμά τα ανοιχτά μέρη, με φτωχή σχετικά κάλυψη. Η βλάστηση αντιπροσωπεύεται από χαμηλούς γράστεις, χαμηλούς θάμνους και αραιά απαντώμενα χαμηλόκομα δέντρα. Το επιφανειακό νερό είναι συνήθως ελάχιστο.
Τοποθετεί τη φωλιά της σε απότομες πλαγιές με χαμηλή βλάστηση, συνήθως κάτω από θάμνους, πρεμνοβλαστήματα, χόρτα ή βράχια. Γεννά κατά μέσο όρο 16 αυγά (12-18). Η ωοτοκία αρχίζει προς το τέλος Απριλίου και συνεχίζεται και ως τις αρχές Ιουνίου, ανάλογα με το υψόμετρο. Η αιχμή της ωοτοκίας είναι περί τα τέλη Μαΐου.
Τον χειμώνα μετακινείται προς χαμηλότερα υψόμετρα, λόγω κακοκαιρίας ή χιονοπτώσεων, και αντίθετα κατά την άνοιξη. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, πιθανόν να γίνονται κάποιες μετακινήσεις σε σχέση με τις θέσεις νερού.
Η κύρια αιτία της μείωσης του πληθυσμού της ορεινής πέρδικας είναι (ήταν) οι ραγδαίες αλλαγές στο βιότοπο της. Κατά τις δεκαετίες '60 και 70, η μετακίνηση των ορεινών πληθυσμών προς τις πόλεις, σήμανε την εγκατάλειψη των παραδοσιακών μορφών ορεινής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Οι μικροκαλλιέργιες στις αναβαθμίδες, που παρείχαν τροφή στην πέρδικα, δεν υπάρχουν πια. Η ποιμ
ενική κτηνοτροφία μεγάλου αριθμού αιγοπροβάτων διατηρούσε μεγάλες εκτάσεις ανοιχτές με χαμηλή βλάστηση, που ευνοούσαν το είδος αυτό. Σήμερα, η βόσκηση περιορίζεται συνήθως γύρω από τους οικισμούς, και έτσι πολλές περιοχές έχουν καλυφθεί από πυκνή βλάστηση. Τέλος, υπήρχε καλύτερη κατανομή νερού, που επίσης χρησιμοποιούνταν από τα πουλιά.
Τις φυσικές πηγές και τις γκιόλες τις φρόντιζαν και τις διατηρούσαν οι άνθρωποι σε καλή κατάσταση για να ξεδιψάνε οι ίδιοι και τα ζώα τους. Σήμερα, πολλές πηγές έχουν στερέψει, άλλες, πιο απόμερες, έχουν εγκαταλειφθεί, και εκείνες κοντά σε οικισμούς έχουν διευθετηθεί για ανθρώπινη χρήση.
Μια άλλη αιτία που ίσως πρέπει να αναφερθεί, είναι η διάνοιξη πυκνού δικτύου δασικών δρόμων, που δημιούργησαν εύκολη πρόσβαση σε προηγούμενα απρόσιτες περιοχές, αυξάνοντας τοπικά την κυνηγετική πίεση.
ΜΕΤΡΑ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΟΤΟΠΟΥ
Οι επεμβάσεις στο βιότοπο, μπορούν να γίνονται και μέσα και έξω από καταφύγια. -Τροφή
Ειδική σπορά επιφανειών από 0,5-1 στρέμμα, με σκοπό τη δημιουργία ενός μωσαϊκού, ώστε να παρέχουμε διαφορετικά είδη τροφής σε πολλά διαφορετικά σημεία. Έτσι, επιτυγχάνεται η σωστή χωροταξική κατανομή της τροφής, και δεν δημιουργούμε συγκεντρώσεις των κοπαδιών σε λίγα σημεία, ώστε να γίνονται ευάλωτα σε αρπακτικά και λαθροκυνηγούς.
Οι σπορές πρέπει να γίνονται σε επίπεδα σημεία, είτε σε παλιά χωράφια, όπου υπάρχει διαθέσιμο χώμα για να φυτρώσουν οι σπόροι. Οι θέσεις αυτές πρέπει να είναι λίγο πιο κάτω από την κορυφή της πλαγιάς και μέχρι τη μέση το πολύ (όχι στους πρόποδες), ώστε να δίνεται ευκαιρία στις πέρδικες να διαφεύγουν πετώντας προς τα κάτω, σε περίπτωση κινδύνου.
Οι παρούσες θέσεις των κοπαδιών θα είναι ο οδηγός για το που θα σπείρουμε. Για κάθε κοπάδι χρειάζονται καλλιέργειες σε τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά σημεία, ακτινωτά και κατά διαστήματα, μέχρι 1.500 μ από την θέση του κοπαδιού. Αν είναι γνωστές μετακινήσεις κοπαδιών σε χαμηλότερα υψόμετρα το χειμώνα, τότε ίσως χρειάζεται και κάποια ζώνη ειδικών σπορών σε χαμηλότερο υψόμετρο.
Το ανώτατο καλλιεργήσιμο υψόμετρο μας το υποδεικνύουν συνήθως οι θέσεις των παλιών βαθμιδωτών χωραφιών, όπου υπήρχαν τέτοια.
Οι καλλιέργειες, όσο είναι δυνατόν, πρέπει να γίνονται σε μέρη που δεν υπάρχει εύκολη προσπέλαση με αυτοκίνητο, κάπως μακριά από δασικούς δρόμους, κ.λ.π..
Όσο είναι δυνατόν, οι σπορές πρέπει να είναι σε εγκάρσιες γραμμές (κάθετα) προς την πλαγιά, ώστε να καλύπτουν όσο δυνατόν μεγαλύτερο υψομετρικό φάσμα.
Δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα και να σκεφθούμε ότι αν σπείρουμε σε άλλα μέρη, ίσως εκείνα που βολεύουν εμάς για κυνήγι, θα δελεάσουμε τις πέρδικες να μετακινηθούν προς τα εκεί. Το μόνο που θα καταφέρουμε, είναι ίσως να τις αναγκάσουμε να μετακινηθούν σε μεγαλύτερη απόσταση για τροφή, κάνοντας τις έτσι πιο
ευάλωτες στα διάφορα αρπακτικά. Οι πέρδικες καταλαμβάνουν μια ορισμένη περιοχή, διότι εκεί μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους καλύτερα, δηλαδή η περιοχή τους έχει μέρος για κάλυψη, τροφή, ξεκούραση, βραδινή κατάκλιση (ύπνο), κ.λ.π.. -Ποτίστρες
Το νερό είναι απαραίτητο για τις πέρδικες, ιδίως κατά την περίοδο του καλοκαιριού.
Μακριά από κτηνοτροφικές ποτίστρες ζώων. Οι πέρδικες με μικρά που δεν πετούν ακόμα, συνήθως τις αποφεύγουν από φόβο ποδοπατήματος των νεοσσών από τα ζώα.
Οι τεχνητές ποτίστρες πρέπει να έχουν ακτίνα εμβέλειας 500-1.600μ. Καλός κανόνας είναι μια ποτίστρα ανά 1.000 περίπου στρέμματα.
ΠΕΔΙΝΗ ΠΕΡΔΙΚΑ ( Perdix Perdix)
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΙΟΤΟΠΟΥ
Στη χώρα μας η πεδινή πέρδικα απαντάται στη Θράκη , Μακεδονία και Θεσσαλία, στα πεδινά και στα υψίπεδα. Το σύνηθες υψόμετρο είναι από 0-600 μ, αλλά σε μερικές περιοχές, λόγω πίεσης από ανθρώπινες δραστηριότητες, συναντάται και πάνω από 600 μ. Ακραίες περιπτώσεις είναι τα 1400 μ (Όρος Μενοίκιο, Ν. Σερρών), και ακόμη τα 2300 μ (Όρος Γράμμος, Ν. Καστοριάς).
Είναι κύρια εδαφόβιο πουλί. Αποφεύγει τις πολύ ξερικές περιοχές, αλλά και εκείνες με μεγάλη υγρασία και πολλές βροχοπτώσεις, ιδίως κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Προτιμά ενδιάμεσες καταστάσεις με μεγάλη βιολογική παραγωγικότητα, δηλαδή περιοχές που προσφέρονται για γεωργικές καλλιέργειες.
Η πέρδικα συνυπήρξε από παλιά, ειρηνικά με τον άνθρωπο, ευεργετούμενη από τις παραδοσιακές μορφές γεωργίας. Τα μικρά σε έκταση χωράφια με τους φυσικούς φράχτες και τα ακαλλιέργητα σημεία, δημιουργούσαν μια ποικιλομορφία στο οικοσύστημα. Εξασφάλιζαν κάλυψη, και φυτική και ζωική τροφή στην πέρδικα, σε όλες
τις φάσεις του βιολογικού κύκλου. Η βασική αιτία της μείωσης των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας, είναι η τρομακτική υποβάθμιση του βιοτόπου, λόγω της στροφής προς την εντατική γεωργία και τις εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες. Επίσης, η αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων μείωσαν την εντομοπανίδα, απαραίτητη πηγή τροφής των περδικόπουλων.
Στην Ελλάδα η φωλεοποίηση αρχίζει από το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και κορυφώνεται στα μέσα Απριλίου. Οι φωλιές τοποθετούνται κυρίως μέσα σε αγροτικές καλλιέργειες (σιτηρά, τριφύλλια), αλλά και σε χέρσα σημεία. Γεννά από 13-21 αυγά. Η επιτυχία των ζευγαριών κυμαίνεται από 61,3-91, 5 %, και κατά μέσο όρο 3,5-8,5 νεοσσούς ανά επιτυχές ζευγάρι (εύρος 1-18). Οι υψηλότερες τιμές παρατηρήθηκαν σε περιοχές χωρίς φυτοφάρμακα και με μικρή πυκνότητα εδαφοβιων αρπακτικών.
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πεδινή πέρδικα είναι κυρίως τα παρακάτω: Η έλλειψη κάλυψης κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και γενικότερα κατά τη μη αναπαραγωγική περίοδο. Από τη στιγμή του θερισμού των σιτηρών ή συγκομιδής άλλων γεωργικών καλλιεργειών, χάνεται σχεδόν τελείως η κάλυψη. Μετά τον θερισμό των σιτηρών, η καλαμιά προσφέρει την απαιτούμενη κάλυψη. Με το κάψιμο όμως των καλαμιών, και μάλιστα με τον ανεξέλεγκτο τρόπο που γίνεται παρά τις διατάξεις του νόμου, καίγεται μαζί και η ελάχιστη φυσική βλάστηση που απομένει στις άκρες των χωραφιών. Η πρόσκληση των κοπαδιών στις ελάχιστες θέσεις κάλυψης που απομένουν, τα κάνει ευάλωτα στα διάφορα αρπακτικά. Μία μελέτη στη περιοχή Θεσσαλονίκης έδειξε ότι οι απώλειες των περδίκων τον χειμώνα έφθαναν το 49,6-57,5% του πληθυσμού.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι λόγω τις εντατικής γεωργίας, δεν έχουν μείνει μεγάλα κομμάτια γης με φυσική βλάστηση, που χρησιμεύουν κυρίως για προστασία από εχθρούς. Αντίθετα, οι λίγοι θάμνοι ή κάποια χέρσα σημεία που απομένουν, χρησιμεύουν κυρίως για κάλυψη από τις καιρικές συνθήκες.
Τα φυτοφάρμακα, ιδίως στις αρδευόμενες καλλιέργειες, στερούν τα μικρά περδικόπουλα από την κύρια πηγή τροφής τα διάφορα εδαφόβια έντομα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πεδινή πέρδικα οι νεοσσοί εξαρτώνται τις δύο πρώτες εβδομάδες από έντομα, και μετά από την περίοδο αυτή μπορούν να φάνε φυτική τροφή. Αντίθετα, την πετροπέρδικα -και την τσούκαρ τα περδικόπουλα εξαρτώνται μόνο μία εβδομάδα από έντομα.
Λαγός (Lepus Europaeus)
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΙΟΤΟΠΟΥ
Είναι ζώο με μεγάλη προσαρμοστικότητα και απαντάται σε ένα ευρύ φάσμα (ποικιλία) βιοτόπων. Προτιμά ανοιχτές περιοχές. Ζει σε γυμνά βουνά με αραιή θαμνώδη βλάστηση, σε αραιά δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων, και ακόμη, σε πεδινές περιοχές με γεωργικές καλλιέργειες.
Η τροφή του αποτελείται από ποώδη και αγρωστώδη φυτά, χυμώδεις καρπούς, δημητριακά, τριφύλλι, λαχανικά, ετήσιους βλαστούς και οφθαλμούς. Σε περίπτωση έλλειψης τροφής, συνήθως κατά την διάρκεια του χειμώνα, τρέφεται και με φλοιούς θάμνων και δένδρων. Τα χέρσα χωράφια και τα λιβάδια προτιμώνται το καλοκαίρι, όταν τα δημητριακά δεν προσφέρονται πλέον για τροφή. Γενικά δείχνει μια προτίμηση στη φυσική βλάστηση, σε σχέση με τις καλλιέργειες.
Για κάλυψη, προτιμά τα χέρσα σημεία, αλλά αποφεύγει την άμεση γειτνίαση με βόσκοντα κατοικίδια ζώα. Το ύψος των καλλιεργειών παίζει σημαντικό ρόλο, διότι προτιμά κοντή και αραιή βλάστηση. Συστάδες δένδρων, θαμνοσειρές κ.λ.π. χρησιμοποιούνται για κάλυψη, κυρίως τον χειμώνα.
Η πυκνότητα του πληθυσμού στις πεδινές περιοχές, εξαρτάται κυρίως από την εναλλαγή των καλλιεργειών, και όχι τόσο από το μέγεθος των χωραφιών. Έχει βρεθεί ότι η περιοχή επικράτειας των λαγών μικραίνει, όσο αυξάνεται η ποικιλία των καλλιεργειών, άρα και της τροφής. Γενικά, η ποικιλομορφία του βιοτόπου, και κυρίως των πηγών τροφής, είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Μέσα στο ζωτικό του χώρο, ο λαγός αλλάζει θέση δραστηριότητας, ανάλογα με τις συνθήκες τροφής και κάλυψης. Νερό πίνει σπάνια, όταν βρει, και κυρίως σε περιόδους ξηρασίας και θηλασμού των νεογνών.
Η περίοδος αναπαραγωγής διαρκεί από τον Φεβρουάριο έως το τέλος Αυγούστου, και η έναρξη της εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες. Είναι είδος πολυγαμικό. Γεννά 4-5 φορές τον χρόνο από 2-4, σπανιότερα 5 μικρά.
ΑΓΡΙΟΧΟΙΡΟΣ (Sus Scrofa)
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΙΟΤΟΠΟΥ
Ο αγριόχοιρος απαντάται σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων. Ο βιότοπος πρέπει να διαθέτει νερό, τροφή και βλάστηση τόσο ψηλή ώστε να τον αρκεί για κάλυψη. Τέτοιοι βιότοποι μπορεί να είναι: τα δάση των αείφυλλων πλατύφυλλων, τα δασολίβαδα, οι βάλτοι ή τα συγκροτημένα δάση. Σε προηγμένες θηραματοπονικά χώρες με κατάλληλη διαχείριση, έχει εγκατασταθεί σε εκτεταμένες γεωργικές περιοχές όπου το ποσοστό της δασώδους έκτασης δεν ξεπερνά το 10%. Πρόκειται για είδος με μεγάλη προσαρμοστική ικανότητα. Στα ψηλά βουνά το καλοκαίρι απαντάται ως τα όρια της αλπικής ζώνης.
Στην χώρα μας ο αγριόχοιρος απαντάται ή σε δάση αείφυλλων πλατύφυλλων ή σε δασωμένες περιοχές όλης της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Είναι είδος παμφάγο και μονοστομαχικό. Διαλέγει ανάλογα με τις προτιμήσεις του, αλλά και με την διαθεσιμότητα του βιοτόπου, θρεπτικές τροφές, που αποτελούνται από:
- Μη αγροτικά φυτά: ρίζες, φύλλα, μανιτάρια, πράσινα βλαστάρια αγρωστωδών και αγρίων λαχανικών.
- Αγροτικά φυτά: σιτάρι, βρώμη, καλαμπόκι, πατάτες. Μπορεί όμως να προξενήσει πολλές ζημιές στην γεωργία.
- Δασικούς καρπούς: βαλανίδι, «φιστίκι» οξιάς, αγριοδαμάσκηνα, κράνα, αγριόμηλα, φουντούκια, αγριοαχλάδια, κάστανα κ.λ.π..
- Ζωική τροφή: μικρά ασπόνδυλα, τρωκτικά, ψοφίμια κ.λ.π.
Είναι γνωστό ότι ο αγριόχοιρος προτιμά πάρα πολύ (τροφικά) τους καρπούς της δρυός και της οξιάς οι οποίοι βέβαια έχουν πολύ μεγάλη θρεπτική αξία. Τα δασικά δένδρα όμως, δεν καρποφορούν ισόποσα κάθε χρόνο. Η καρποφορία τους παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση με αποκορύφωμα τα έτη πληροκαρπίας που εμφανίζονται περιοδικά (για την δρυ κάθε 2-4 χρόνια και για την οξιά κάθε 5-12 χρόνια). Τις χρονιές της πληροκαρπίας, ο καρπός καταναλώνεται από τους αγριόχοιρους, από τον Οκτώβρη έως τον Αύγουστο της ερχόμενης χρονιάς.
Η τροφική προτίμηση του αγριόχοιρου μελετήθηκε εκτεταμένα στην κεντρική Ευρώπη. Από έρευνα που έγινε στην Γαλλία, σε δείγμα 665 στομαχικών περιεχομένων εξήχθησαν τα αποτελέσματα .Η έρευνα όπως γίνεται αντιληπτό διεξήχθη σε δύο χρονικά διαστήματα δηλ. σε χρονιές που υπήρχε μεγάλη παραγωγή βελανιδιού και οξιάς και σε χρονιές χωρίς παραγωγή βαλανιδιού και οξιάς. Είναι φανερό ότι η σύνθεση της τροφής του αγριόχοιρου διαφέρει κατά πολύ τις δύο αυτές περιόδους. Αξιοσημείωτο είναι ότι τις χρονιές που δεν υπάρχει βελανίδι και «φιστίκι» ο αγριόχοιρος αναπληρώνει την πρωτεΐνη από αγροτικά είδη. Αυτό βέβαια συμβαίνει στην Γαλλία, όπου οι βιότοποι του αγριόχοιρου γειτνιάζουν με αγροτικές περιοχές ή καλλιεργούνται ξέφωτα και τα ζώα έχουν την εναλλακτική λύση.
Στην χώρα μας όπου ο αγριόχοιρος ζει σε απομακρυσμένες συμπαγείς δασώδεις περιοχές, δεν έχει αυτή την εναλλακτική λύση. Σχετική έρευνα δεν έχει γίνει, αλλά από την εμπειρία του γράφοντος, τις φτωχές χρονιές δυο τινά μπορεί να συμβαίνουν: Πρώτον τα ζώα στρέφονται σε άλλες πηγές τροφής όπως ρίζες, κόνδυλοι, βελόνες κωνοφόρων κ.λ.π. και καταναλώνουν πολύ περισσότερη ενέργεια για βοσκή, διότι σκάβουν και περπατούν πολύ.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα:
1) κατά την χειμερινή περίοδο ο πληθυσμός να υφίσταται μεγάλες απώλειες ιδίως στα μικρά και
2) μειωμένη επιτυχία στην αναπαραγωγή την ερχόμενη άνοιξη. Δεύτερον , όπου και όταν η αλληλουχία των βιοτόπων το επιτρέπει, τα ζώα μεταναστεύουν προς τα δάση αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρναροτόπια), όπου το πουρνάρι και στις πιο δυσμενείς χρονιές θα έχει μία ελάχιστη καρποφορία.
Ως προς το νερό ο αγριόχοιρος είναι απαιτητικός. Χρειάζεται άφθονο νερό για πόση αλλά και λιμνάζοντα νερά για λασπόλουτρα (λούτσες). Τα λασπόλουτρα τον απαλλάσσουν από τα εξωπαράσιτα.
ΜΕΤΡΑ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΟΤΟΠΟΥ
Βελτίωση δασικών βιοτόπων. Επιπλέον χρειάζεται η κατασκευή λασπόλουτρων απαραίτητα για την επιβίωση του.
Μια «λούτσα» κατασκευάζεται διανοίγοντας ένα όρυγμα βάθους 40- εκατοστών και εμβαδού 3-5 τετραγωνικών μέτρων. Το όρυγμα πρέπει να γίνει σε μισγάγγεια (χαμηλή περιοχή) για να λειτουργεί σαν χωμάτινος ομβροσυλλέκτης. Πρέπει επίσης το έδαφος να είναι απαραίτητα αργιλικό (κοκκινόχωμα) για να κρατάει νερό. Αν στην περιοχή το έδαφος δεν είναι αργιλικό, πρέπει να τοποθετήσουμε κάτω χονδρό πλαστικό φύλλο και να διαστρώσουμε από πάνω 30 εκατοστά χώμα, για να μην τρυπήσει από τα πόδια των ζώων. Στην άκρη της λούτσας είναι καλό να σπείρουμε καλάμια.