Του Απόστολου Αντωνάκη.
Ο κυνηγός, η φύση και το περιβάλλον είναι έννοιες που συνυπάρχουν από καταβολής κόσμου, πολύ πριν η ανθρώπινη εξέλιξη γίνει ισοπεδωτική
Η έννοια της δεοντολογίας -όπως πολλές άλλες έννοιες- ερμηνεύεται κατά το δοκούν εκείνων που τη χρησιμοποιούν, χωρίς ωστόσο η ίδια η έννοια να ταυτίζεται κατά τη χρήση της με εκείνο που αντιπροσωπεύει.
Σημασιολογικά αλλά και πρακτικά. Οσον αφορά στους χρήστες της -αμέτρητοι στον αριθμό-, όλοι κόπτονται περί αρχών και ηθικής, προφανώς κατά το συμφέρον τους, μια και ο καθένας ξεχωριστά συμπεριφέρεται ανάλογα με τα απωθημένα του και τον τρόπο που έχει εμπεδώσει ως «προσωπικό κώδικα κυνηγετικής δεοντολογίας».
Εναν τέτοιο «κώδικα» χρησιμοποιούν -σύμφωνα με τα πεπραγμένα τους- ορισμένοι «φυσιολάτρες κυνηγοί», σαν κι αυτούς που συνάντησα έξω από το χωριό Μαυρομάτι στη Βοιωτία.
Εφτασαν αθόρυβα, πριν καλά ξημερώσει, γεμάτοι κέφι, έντονες φυσιολατρικές διαθέσεις αλλά και όρεξη για ντουφεκίδι. Ο γηραιότερος της συντροφιάς, αδιαφορώντας για το αραιό πρωινό ψιλόβροχο, βγήκε έξω από το αυτοκίνητο παροτρύνοντας και τους άλλους να τον μιμηθούν με τη γνώριμη ατάκα:
«Βγείτε έξω, βρε τεμπέληδες, να αναπνεύσετε οξυγόνο! Μόνο εμείς οι φυσιολάτρες κυνηγοί έχουμε το προνόμιο να απολαμβάνουμε αυτά τα δώρα της φύσης».
Οι άλλοι πειθήνια υπάκουσαν και ενώ ετοιμάζονταν για τις πρωινές ντουφεκιές άρχισαν χαμηλόφωνα τις συνεννοήσεις. Οταν ξημέρωσε, σκόρπισαν ανενόχλητοι γύρω από μια φυσική λάκκα περιστοιχισμένη από πουρνάρια, σχοίνα, βατσινιές και λιόδεντρα. Ομως τα τσιχλοκότσυφα που συνήθως περνούν σαν σαΐτες με χαμηλές πτήσεις το χάραμα ήταν άφαντα.
Οταν έφεξε περισσότερο και ενώ το ντουφεκίδι μαίνονταν χαμηλότερα, άρχισαν κάποιες τσίχλες να περνούν και από τα καρτέρια στα ψηλότερα.
Ομως κατά περίεργο τρόπο όλες τους ακολουθούσαν συγκεκριμένη διαδρομή χαμηλώνοντας πάνω από τα καρτέρια των «φυσιολατρών» γειτόνων μας. Και άρχισαν από την πλευρά τους μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές…
Μέχρι που αναγκάστηκα να πλησιάσω αρκετά για να λύσω τις απορίες μου σχετικά με την επιλεκτική συμπεριφορά των κιχλίδων.
Και διαπίστωσα βεβαίως το αυτονόητο.
Πως ως «φιλόμουσα» πουλιά προτιμούσαν τα γειτονικά καρτέρια, διότι εκεί αντιλαλούσαν τα κασετόφωνα που αναπαρήγαν το γνωστό ερωτικό τιτίβισμα των τσιχλών.
Πέφτοντας λαβωμένες από τα σκάγια, είναι βέβαιο ότι δεν θα πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν την κυνηγετική «κουλτούρα» των φυσιολατρών κυνηγών οι οποίοι κατά τ’ άλλα κομπάζουν ηλιθιωδώς για τα δώρα της φύσης που μόνο οι κυνηγοί μπορούν να απολαύσουν.
Ομως τα δώρα διεκδικούνται με ορθολογισμό και εντιμότητα και όχι με δόλο και κουτοπονηριά. Και επειδή ο καθένας μπορεί να ορύεται σ’ αυτόν τον τόπο περί δεοντολογίας, ας αποφασίσουμε συλλογικά ποια εκδοχή μάς εκφράζει.
Εκείνη που ωφελεί το σύνολο ή τους λίγους αγροίκους που φεύγουν από το σπίτι τα Σαββατοκύριακα για να αποφύγουν την κρεβατομουρμούρα ή την γκρίνια της πεθεράς τους εκτονώνοντας τα «φυσιολατρικά» απωθημένα τους με συμπεριφορές που δυσφημούν το κυνήγι και αμαυρώνουν το κύρος της κυνηγετικής οικογένειας;
Μοττο:
Επειδή τα χρόνια περνούν και αρκετά σημαντικά θέματα που αφορούν το κυνήγι δεν βελτιώνονται, αλλά αντίθετα βαλτώνουν, και επειδή
η εθελοτυφλία και η εκούσια σιωπή βλάπτουν ανεπανόρθωτα την κυνηγετική οικογένεια, θα πρέπει για λόγους δεοντολογίας να αρχίσουμε
να μιλάμε….
Πηγή: Κυνήγι Ελεύθερος Τύπος