Ως Μεσόγειος είναι γνωστή από τα αρχαιότατα χρόνια μεγάλη κλειστή θάλασσα, που βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις ηπείρους την Ευρώπη,την Ασία και την Αφρική. Στα δυτικά συνδέεται με τον Ατλαντικό Ωκεανό, δια του πορθμού του Γιβραλτάρ και στα ανατολικά με την Ερυθρά θάλασσα δια της διώρυγας του Σουέζ.
Μαζί με την Προποντίδα, τον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική θάλασσα που κατά την αντίληψη των Γάλλων γεωγράφων θεωρούνται εσωτερικά μέρη, παραρτήματά της, που όμως κατά την αντίληψη των Άγγλων γεωγράφων, θα πρέπει να θεωρούνται ως άσχετα με τη Μεσόγειο, άποψη που και έχει επικρατήσει ως πρακτικότερη επί της περιγραφής έχει έκταση 2.966.000 τ.χλμ. ή περίπου 800.000 τ. μίλια. Το μέγιστο μήκος, από το Γιβραλτάρ μέχρι τις ακτές της Συρίας, είναι 2.100 ν. μίλια ή 3.860 χλμ., το δε μέγιστο πλάτος 1.800 χλμ., ενώ το μέγιστο βάθος είναι 5.120 μ. σε απόσταση 62 μιλίων Νοτιοδυτικά από το ακρωτήριο Ταίναρο. Το μέσο πλάτος είναι 600 χλμ. και το μέσο βάθος 1.500 μ. Γενικά η Μεσόγειος Θάλασσα είναι η μεγαλύτερη κλειστή θάλασσα της Γης και μοιάζει με λίμνη.
Υπήρξε σημαντικό εμπορικό και ταξιδιωτικό πέρασμα από τα αρχαία χρόνια, καθώς στην ευρύτερη περιοχή της αναπτύχθηκαν πολλοί σημαντικοί πολιτισμοί
Παρά το πλήθος των παράκτιων λαών εκ των οποίων αναπτύχθηκαν με τη σειρά τους διάφοροι αρχαίοι πολιτισμοί πρώτα εκ του Αιγαίου και της ανατολικής λεκάνης και μέχρι της δυτικής που εξαπλώθηκαν στη συνέχεια με ενδιάμεσες αποικίες περιέργως δεν είχε εξ αρχής και επί αιώνες ιδιαίτερο όνομα.
Ο Ηρόδοτος π.χ. χρησιμοποιεί επί μέρους ονόματα θαλασσών και κολπώσεών της αντί ως ενιαίου συνόλου (Α 163). Άλλοι δε αρχαίοι Έλληνες αναφέρονται σ΄ αυτήν περιφραστικά, είτε προς τον έξω από τις Ηράκλειες στήλες απλούμενο ωκεανό, είτε ως γνωστότερη την έσω από τις εν λόγω στήλες όπως π.χ. ο Στράβων την ονομάζει: «η εντός και καθ΄ ημάς λεγόμενη θάλασσα», προσδιορισμό που πιστά μιμήθηκαν αργότερα και οι Ρωμαίοι και την μετέφρασαν σε «mare nostrum» (= ημέτερη θάλασσα). Ο δε Διόδωρος ο Σικελιώτης την ονομάζει θάλασσα έναντι εκείνου του ωκεανού. Το αυτό και ο Πολύβιος ενώ άλλοι Ρωμαίοι χρησιμοποιούν τον όρο «mare internum» ή «mare insentinum» (= εσωτερική θάλασσα) καθώς και «Μare magnum» (=Μεγίστη θάλασσα).
Η πατρότητα του όρου «Μεσόγειος θάλασσα» ανήκει ιστορικά στους Λατίνους και μάλιστα περί τα μέσα του 3ου αιώνα που πρώτος ο Σολίνος τη ονομάζει χαρακτηριστικά «Mare Mediterraneum» ως μεταξύ δύο ηπείρων θάλασσα, καθιστάμενος ιστορικός ανάδοχος του ονόματος αυτής.
Ο 16ος και 17ος αιώνας βρίσκει τη θάλασσα αυτή να ονομάζεται: Λευκή θάλασσα, ή θάλασσα των Ελλήνων (έτσι την ονόμαζαν και οι Τούρκοι σε αντιδιαστολή με το Αιγαίο και τη Μαύρη θάλασσα). Η πατρότητα του ελληνικού όρου «Μεσόγειος» οφείλεται στον γεωγράφο - επίσκοπο Αθηνών Μελέτιο (Γεωγραφία παλαιά και Νέα, Α 80 - 1707) με τον επιπρόσθετο χαρακτηρισμό ως «δεύτερο κόλπο του ωκεανού», εννοώντας ως πρώτο τον Βισκαϊκό.
Ιστορικά ονόματα που έχουν δοθεί για επιμέρους περιοχές της Μεσογείου είναι: Σαρδώο πέλαγος, Ιβηρικό π., Γαλλικό π., Ταρτησσός Κόλπος, Βαλεαρικό π., Λυγουρικό, Λιγυστικό, Αυσώνιο, Τυρρηνό, Σικελικό, Ιωνικό, Αιγαίο, Αδρίας, Ρόδιο, Κύπριο, Κιλικίας αυλών κ.ά.
Η αυξανόμενη ζήτηση για τα οικοσυστήματα της Μεσογείου απειλεί τα θεμέλια της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας της περιοχής, αναφέρεται σε έρευνα διάρκειας δυο ετών που εκπονήθηκε από τον διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό φορέα «Διεθνές Δίκτυο για το Αποτύπωμα» (Global Footprint Network). Η έκθεση με τα αποτελέσματα της έρευνας θα δοθεί στη δημοσιότητα κατά τη διάρκεια διεθνούς συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί στη Βενετία την 1η Οκτωβρίου.
Η έκθεση με τίτλο «Mediterranean Ecological Footprint Trends» (Τάσεις του οικολογικού αποτυπώματος της Μεσογείου) του Global Footprint Network καταδεικνύει ότι συνεχίζει να διευρύνεται το οικολογικό έλλειμμα. Μεταξύ 1961 και 2008, περίοδο με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα, οι τάσεις αύξησης του πληθυσμού και της κατανάλωσης τριπλασίασαν τις απαιτήσεις για ανανεώσιμους πόρους και οικολογικές υπηρεσίες. Το 2008, το Οικολογικό Αποτύπωμα της περιοχής – η ζήτηση δηλαδή για βιοπαραγωγική γη και θαλάσσιες εκτάσεις – υπερέβησαν τους τοπικά διαθέσιμους οικολογικούς πόρους κατά περισσότερο από 150%.
«Η πρόσβαση της Μεσογείου σε βασικούς πόρους και υπηρεσίες για την υποστήριξη της ζωής διατρέχει αυξανόμενο κίνδυνο», δηλώνει ο Ματίς Βάκερναγκελ (Mathis Wackernagel), Πρόεδρος του Global Footprint Network και συν-δημιουργός του «οικολογικού αποτυπώματος», υπολογιστικού εργαλείου για την επάρκεια των φυσικών πόρων.
Κάθε χώρα της Μεσογείου, με πιθανή εξαίρεση την Πορτογαλία, έχει πλέον υποβαθμιστεί από τη θέση του οικολογικού πιστωτή στη θέση του οικολογικού οφειλέτη και απαιτεί περισσότερους από τους ανανεώσιμους πόρους που είναι τοπικά διαθέσιμοι. Οι χώρες εξυπηρετούν τα εγχώρια οικολογικά ελλείμματα μέσω του εμπορίου και της υπερεκμετάλλευσης των δικών τους οικοσυστημάτων.
Οι διαστάσεις του θέματος είναι πολλαπλές. Ουσιαστικά, κάθε οικονομική δραστηριότητα, όπως ακριβώς η ίδια η ζωή εξαρτάται από την πρόσβαση σε οικολογικούς πόρους και υπηρεσίες. Όμως, καθώς το αποτύπωμα της ανθρωπότητας έχει αυξηθεί, ολόκληρος ο κόσμος έχει οδηγηθεί σε υπέρβαση των οικολογικών ορίων. Καθώς οι πόροι της γης γίνονται ολοένα και πιο σπάνιοι, εντείνονται τόσο ο ανταγωνισμός όσο και ο κίνδυνος σημαντικού απρόβλεπτου κόστους ή αύξησης διαταραχών στον ανεφοδιασμό.
«Καθώς οι περιορισμοί των διαθέσιμων πόρων αυξάνονται παγκοσμίως, τα κράτη που εξαρτώνται σημαντικά από οικολογικές υπηρεσίες άλλων κρατών είναι πιθανό να διαπιστώσουν ότι διατρέχουν κίνδυνο ανασφάλειας ως προς τον ανεφοδιασμό τους με πόρους. Πρόκειται για μια κατάσταση με βαθιές οικονομικές συνέπειες», λέει ο Βάκερνάγκελ.
Οι σημαντικότερες διαπιστώσεις του Global Footprint Network είναι οι εξής:
Η ζήτηση υπερβαίνει τη διαθεσιμότητα: Σε λιγότερο από 50 χρόνια, η περιοχή της Μεσογείου σχεδόν τριπλασίασε τις απαιτήσεις της σε οικολογικούς πόρους και υπηρεσίες και αύξησε το οικολογικό της έλλειμμα κατά 230%.
Μέγεθος αποτυπώματος και πλούτου: Όσο υψηλότερο είναι το εισόδημα σε μια χώρα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση για οικολογικούς πόρους και υπηρεσίες (και υψηλότερη η κατά κεφαλήν κατανάλωση). Τρεις μόνο χώρες συνέβαλαν κατά 50% στο συνολικό Αποτύπωμα της περιοχής για το 2008: η Γαλλία με 21%, η Ιταλία με 18% και η Ισπανία με 14%.
Τάσεις ανά κράτος: Η Αλγερία υπέστη τη μεγαλύτερη αλλαγή στο εθνικό της οικολογικό ισοζύγιο, μετακινούμενη από ένα σημαντικό απόθεμα το 1961 σε ένα μεγάλο έλλειμμα το 2008. Η Συρία, η Τυνησία και η Τουρκία επίσης μετακινήθηκαν από τη θέση του οικολογικού πιστωτή στη θέση του οικολογικού οφειλέτη κατά την ίδια περίοδο. Οι υπόλοιπες χώρες της Μεσογείου κατέγραψαν διαρκή επιδείνωση του οικολογικού τους ελλείμματος. Η Κύπρος, για παράδειγμα, κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση ελλείμματος, ενώ η Ιορδανία τη μικρότερη. Το Μαυροβούνιο καταγράφεται ως ο μοναδικός οικολογικός πιστωτής της Μεσογείου (τα δεδομένα όμως είναι ελλιπή), αλλά τα αποθέματά του συρρικνώνονται.
-Το 2008,η Ελλάδα είχε το τρίτο κατά κεφαλήν Οικολογικό Αποτύπωμα στη Μεσόγειο (η ΠΓΔΜ ήταν πρώτη και η Σλοβενία δεύτερη). Τα οικοσυστήματα της Ελλάδας συνέβαλαν κατά 32% στην ικανοποίηση της συνολικής ζήτησης της χώρας για οικολογικούς πόρους και υπηρεσίες. 40% των απαιτήσεων του πληθυσμού της χώρας αντιμετωπίστηκε με υπερεκμετάλλευση του οικολογικού κεφαλαίου και το υπόλοιπο μέσω του εμπορίου.
-Οι μεγαλύτεροι οικολογικοί οφειλέτες: Το 2008, τα πέντε κράτη της Μεσογείου με το μεγαλύτερο οικολογικό έλλειμμα ήταν η Ιταλία, η Ισπανία, η Τουρκία και η Αίγυπτος.
-Μια εξαίρεση: Η Πορτογαλία ήταν το μοναδικό κράτος της Μεσογείου που μείωσε σημαντικά το οικολογικό του έλλειμμα τα τελευταία χρόνια (18% κατά κεφαλήν μείωση μεταξύ 1998 και 2008). Όμως, το κατά κεφαλήν έλλειμμα παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της περιοχής.
-Προσφορά και ζήτηση σήμερα: Το 2008, το συνολικό Οικολογικό Αποτύπωμα της περιοχής υπερέβη κατά 150% την τοπική βιοϊκανότητα, δηλαδή την ικανότητα των οικοσυστημάτων να παρέχουν στους ανθρώπους πόρους και υπηρεσίες.
Το Global Footprint Network και η UNESCO, με την υποστήριξη του Ιδρύματος MAVA, θα παρουσιάσουν την έκθεση «Mediterranean Ecological Footprint Trends» την 1η Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια διήμερου συνεδρίου στο Παλάτζο Ζόρζι της Βενετίας. Η παρουσίαση θα περιλαμβάνει ενημερωτικό υλικό για τους δημοσιογράφους και ομάδες εργασίας που θα αναλύσουν και θα συζητήσουν τα αποτελέσματα της έκθεσης και τις εθνικές στρατηγικές που απαιτούνται σε έναν κόσμο με περιορισμένους πόρους. Οι σημαντικές διαπιστώσεις της έκθεσης περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό του Global Footprint Network, Why Are Resource Limits Undermining Economic Performance? (Γιατί ο περιορισμός στους πόρους υποσκάπτει την οικονομία;). Το ενημερωτικό είναι διαθέσιμο επίσης στα γαλλικά και τα αραβικά.
Το συνέδριο αναμένεται να προσελκύσει εκπροσώπους κυβερνήσεων από τους χώρους της οικονομίας, του σχεδιασμού και του περιβάλλοντος, ΜΚΟ και ακαδημαϊκούς που επιδιώκουν να κατανοήσουν καλύτερα τη σύνδεση μεταξύ της οικονομικής και της περιβαλλοντικής κρίσης και να αναζητήσουν πιθανές λύσεις. WWF Ελλάς
Πηγή : http://www.eeconews.gr