Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack


ΤΟ ΡΑΒΔΟΚΑΝΝΟ ΚΑΙ Η ΘΗΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΘΗΡΑΜΑΤΩΝ ΚΟΜΑΘ ...

του Θεοφάνη Καραμπατζάκη, Δασολόγου & Μηχανολόγου μηχανικού.

Το ραβδόκαννο τυφέκιο θεωρείται το καταλληλότερο μέσο άσκησης της θήρας των μεγάλων θηραμάτων, τόσο από δεοντολογική όσο και από διαχειριστική άποψη. Το γιατί και πως εξηγείται με λεπτομέρειες στο άρθρο που ακολουθεί. Μένει να δούμε πότε η Πολιτεία αλλά και οι κυνηγετικές μας οργανώσεις θα αντιμετωπίσουν με νηφαλιότητα ένα θέμα που απασχολεί την πλειονότητα των κυνηγών και σχετίζεται με την ορθή διαχειριστική πολιτική.

Η ανωτερότητα του ραβδόκαννου τυφεκίου στο κυνήγι του αγριόχοιρου οφείλεται στη σαφή ανωτερότητά του ως προς την ευστοχία, αλλά και την ισχύ πυρός που διαθέτει συγκριτικά με το λειόκανο, με αποτέλεσμα ή την ολική αστοχία ή την άμεση καταβολή του θηράματος. Με το ραβδόκαννο ελαχιστοποιείται η πιθανότητα άσκοπων τραυματισμών, πράγμα ιδιαίτερα σύνηθες, όταν κυνηγάμε με λειόκαννο με χρήση σεβροτινών (δράμια). Ιδιαίτερα δε ολέθρια αποτελέσματα έχουμε όταν τουφεκάμε με δράμια αγριόχοιρους μεγαλύτερους από το μέσο μέγεθος (καθαρού βάρους <> 40kg) σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 30 m. Επίσης ολέθρια αποτελέσματα έχουμε όταν, συνηθισμένοι από τη σκοπευτική τακτική του λειόκανου (βολές στο φτερό), σκοπεύουμε χονδρικά στο “μαύρο” θεωρώντας ότι η διασπορά θα πλήξει το θήραμα. Λάθος τραγικό.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα ένα – ένα.
Ευστοχία. Ένα μέτριας ποιότητας ραβδόκαννο κυνηγετικό τυφέκιο στα 50 m «γκρουπάρει» (συγκεντρώνει) τις 5 πρώτες βολές σε κύκλο 2,5 cm, ενώ ένα καλής ποιότητας λειόκαννο με κάννη «slug» «γκρουπάρει» στην καλλίτερη περίπτωση 10 cm. Άρα βλέπουμε ότι το ραβδόκαννο είναι 4 φορές πιο εύστοχο από ένα λειόκαννο με κάννη «slug».

Ισχύς πυρός. Ένα ζώο με ζον βάρος 180 – 200 kg για να καταβληθεί άμεσα χρειάζεται να βληθεί με βολίδα που φέρει κινητική ενέργεια τουλάχιστον 2500 joules. Τότε το πλήγμα που θα δεχθεί θα του προκαλέσει «νευρική αναστολή» και μαζί με την αιμορραγία ο θάνατος θα προκληθεί ακαριαία. Είναι δηλαδή σαν να δέχεται μια δυνατή ροπαλιά. Για να καταλάβουμε τι σημαίνει κινητική ενέργεια 2500 joules, αρκεί να φανταστούμε την κινητική ενέργεια που διαθέτει μία μάζα 250 kg όταν κάνει ελεύθερη πτώση ενός μέτρου. Τα ραβδόκαννα όπλα μέσων διαμετρημάτων 7-8 mm διατηρούν αυτή την ενέργεια τουλάχιστον μέχρι τα 150 m, ενώ το μονόβολο του λειόκαννου διατηρεί αυτή την κινητική ενέργεια συνήθως σε αποστάσεις μεταξύ 30 – 50 m και έτσι δεν μπορεί με την ισχύ της κρούσης του να καταβάλλει άμεσα έναν μεγάλο αγριόχοιρο στις οριακές αποστάσεις των 60-80 m, με αποτέλεσμα να προκαλεί μόνο τραυματισμούς.

Σκόπευση. Στον αγριόχοιρο, αλλά και γενικότερα στο μεγάλο θήραμα, η σκόπευση πρέπει να είναι ακριβής με σκοπό να πληγεί το θήραμα από το διάφραγμα και μπροστά. Έτσι η βολή θα βλάψει οπωσδήποτε κάποιο ζωτικό όργανο και αν προσθέσουμε και το «υδραυλικό πλήγμα» από την κρούση της βολίδας (γεγονός που συμβαίνει μόνο με μονό βλήμα και όχι με σφαιρίδια), η καταβολή του θηράματος θα επέλθει ακαριαία (κεφάλι, λαιμός, καρδιά) ή σε λίγα λεπτά (πνευμόνι, συκώτι).

Ως προς τη δεοντολογία, λοιπόν, δε χωράει αμφιβολία ότι το μεγάλο θήραμα πρέπει να θηρεύεται με ραβδόκαννο ή αν θηρεύεται με λειόκαννο πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μονόβολα.
Η μία και μόνη υψηλής κινητικής ενέργειας βολίδα, καλά «τοποθετημένη» στο σώμα του ζώου επιφέρει ακαριαίο θάνατο, ενώ η βολή με δράμια εάν είναι κοντινότερη από τα 25 m και με την προϋπόθεση ότι κάποιο δράμι θα πλήξει ζωτικό όργανο, θα επιφέρει μεν τον θάνατο, αλλά ως αποτέλεσμα πολλαπλών τραυμάτων και δε θάναι ακαριαίος. Με λίγα λόγια, με τα δράμια το θήραμα υποκύπτει στα τραύματά του, ενώ με τα μονόβολα καταβάλλεται ακαριαία. Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι ο σεβασμός στο θήραμα υπαγορεύει εκτός των άλλων και έναν αξιοπρεπή θάνατο.

Ως προς την κυνηγετική διαχείριση τώρα των μεγάλων θηραμάτων, σε καμία χώρα του κόσμου όπου εφαρμόζεται κάποιο μοντέλο έστω στοιχειώδους κυνηγετικής διαχείρισης, τα μεγάλα θηράματα δε θηρεύονται τυχαία, δηλαδή δεν τουφεκίζεται ότι πεταχτεί μπροστά στον κυνηγό. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το κυνήγι των μεγάλων θηραμάτων γίνεται επιλεκτικά. Δε νοείται για παράδειγμα κυνήγι ζαρκαδιού μη επιλεκτικό. Μη επιλεκτικό κυνήγι δε νοείται ούτε για το ελάφι, ούτε για τον αίγαγρο, ούτε για το αγριόγιδο, ούτε καν για τον αγριόχοιρο.
Όταν και όπου τα παραπάνω θηράματα δε θηρεύονται επιλεκτικά, ποτέ οι πληθυσμοί τους δε θα γίνουν μεγάλοι και εύρωστοι. Ακόμη και στον αγριόχοιρο, που στη χώρα μας είναι θήραμα που θηρεύεται στους ανοιχτούς κυνηγότοπους, αν οι κανόνες κυνηγιού υπαγόρευαν να μη θηρεύονται τα ώριμα θηλυκά (δηλ. τα ζώα που έχουν καθαρό βάρος< >40 kg), ο πληθυσμός του θα είχε μία εντυπωσιακά αυξητική τάση.

Δεν υπάρχει επιλεκτικό κυνήγι χωρίς ραβδόκαννο.

Πως, όμως, μπορεί να εφαρμοστεί το επιλεκτικό κυνήγι χωρίς τη χρήση ραβδόκαννου τυφεκίου; Δύσκολο έως αδύνατο. Προ λίγων ετών είχα την τύχη να ζήσω μία εξαιρετική κυνηγετική εμπειρία στην Ε.Κ.Π. των Γιούρων στις Β. Σποράδες. Θήραμα ο αίγαγρος των Γιούρων. Ήταν ένα πραγματικό σαφάρι, ατελείωτες πορείες σε δύσβατο έδαφος, μεταφορά των θηραμάτων με την «πλάτη» και γενικά όλα αυτά που συνθέτουν ένα αθλητικό κυνήγι. Αλλά ενώ το κυνήγι στα Γιούρα είναι μέσο για την απαλλαγή του πληθυσμού του αιγάγρου από τον υβριδισμό και μάλιστα για κίνητρο οι μιγάδες χρεώνονται πιο φθηνά, το κυνήγι γίνεται με παγάνα και οι βολές των κυνηγών είναι κοντινές, αφού κυνηγούν με λειόκαννα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η όποια επιλογή.

Εδώ το κυνήγι θα έπρεπε να γίνεται με προσέγγιση: Ο κυνηγός συνοδευόμενος από τον δασικό υπάλληλο προσεγγίζει τα ζώα από ασφαλές σημείο και παρακολουθώντας με τα κυάλια επιλέγει ποιο από τα ζώα πρέπει να θηρεύσει. Τα κριτήρια καθορίζονται από τη διοίκηση, προκειμένου να επιτευχθεί ο διαχειριστικός σκοπός και γι αυτά ο κυνηγός έχει ενημερωθεί εμπεριστατωμένα από τον δασικό υπάλληλο. Στην περίπτωση των Γιούρων θα έπρεπε να θηρεύονται μόνο οι μιγάδες. Έπειτα σκοπεύει με χρήση διόπτρας από σχετικά μακρινή απόσταση το επιλεγμένο ζώο και το τουφεκάει, αφού έλαβε όλα τα σχετικά μέτρα ασφαλείας.

Στον αγριόχοιρο συμβαίνει κάτι ανάλογο. Όταν από το καρτέρι μας περνάει ένα κοπάδι, που πάντα αποτελείται από ενήλικες γουρούνες συνοδευόμενες από τα μικρά τους των δύο προηγούμενων αναπαραγωγικών περιόδων, πρέπει να εντοπίσουμε πρώτα – πρώτα την “αρχηγό” την οποία θα την αφήσουμε να περάσει ανενόχλητη. Έπειτα θα επιλέξουμε ένα γουρουνόπουλο και θα το τουφεκίσουμε, όταν θα φτάσει στο σημείο που έχουμε προεπιλέξει για πεδίο βολής.

Ποτέ δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πως θα γίνει να χτυπήσουμε περισσότερα. Αν τα πράγματα έρθουν βολικά, θα ρίξουμε και σε δεύτερο και σε τρίτο, αλλά πάντα με προσοχή. Η βολή μας πρέπει να είναι ακριβής και ασφαλής.
Πρέπει να αντιληφθούμε όλοι, ότι το κυνήγι του μεγάλου τριχωτού θηράματος έχει πολύ διαφορετική φιλοσοφία και κουλτούρα σε όλες τις πτυχές του, σε σχέση με το κυνήγι των άλλων θηραμάτων, που και εκείνα βέβαια έχουν τη δική τους κουλτούρα. Ο κυνηγός θηρευτής πρέπει να αισθάνεται περισσότερο συμμέτοχος στη διαχείριση του πληθυσμού του θηράματος και να αντιλαμβάνεται ότι κάθε βολή του έχει διαχειριστικό χαρακτήρα.

Επίσης ο κυνηγός, έχοντας υπόψη του τη μεγάλη ισχύ των πυρομαχικών που χρησιμοποιεί, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν τουφεκάει και να είναι σίγουρος για τον ασφαλή τερματισμό των βολών του. Πράγμα που δεν μπορεί να γίνει όταν τουφεκάει βιαστικά και στο «μαύρο».

Το μέγα θέμα της Παιδείας

Εύλογα, στο σημείο αυτό θα διερωτηθούμε: Καλά μας τα είπατε, αλλά πως μπορούν όλα αυτά να εφαρμοστούν στη χώρα μας; Θα επιτραπούν τα ραβδόκαννα και ο καθένας θα μπορεί να μπει σε ένα κατάστημα κυνηγετικών ειδών και να αγοράσει ένα ραβδόκαννο έτσι απλά; Όχι, βέβαια!

Χρειάζεται προσεκτική νομοθετική ρύθμιση, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις απόκτησης.
Ο νόμος θα καθορίσει τις προϋποθέσεις απόκτησης ραβδόκαννου από κυνηγούς με στόχο να διασφαλίζεται η ασφαλής φύλαξη και η ασφαλής χρήση. Δύο παράμετροι πολύ σημαντικοί και για την πολιτεία και για την κοινωνία. Η ασφαλής φύλαξη μπορεί να οριοθετηθεί εισάγοντας στο νομικό πλαίσιο σαφείς όρους και προϋποθέσεις για το θέμα αυτό. Το πιο σωστό θα ήταν ο κάθε κυνηγός ή σκοπευτής, κάτοχος ραβδόκαννου όπλου, να είναι υποχρεωμένος να το αποθηκεύει σε μεταλλικό φοριαμό με μεντεσέδες και κλειδαριά ασφαλείας, ο οποίος θα στηρίζεται στον τοίχο με στριφώνια. Όσον αφορά δε στην ασφαλή χρήση, η λύση είναι μία: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ.

Οι κυνηγετικές οργανώσεις υπό το συντονισμό της ΚΣΕ θα πρέπει πρωταρχικά να εκπαιδεύσουν “επιμελητές κυνηγετικής αγωγής μεγάλων θηραμάτων” (δύο από κάθε Κυνηγετικό Σύλλογο). Παράλληλα, πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια και να παραχθεί το εκπαιδευτικό υλικό (βιβλία, video, dvd, λοιπά εποπτικά μέσα), με ευθύνη της ΚΣΕ, το οποίο θα είναι κοινό και ενιαίο για όλη τη χώρα. Κάθε κυνηγετικός σύλλογος θα οργανώνει, μία φορά το χρόνο τουλάχιστον, σεμινάριο για κυνηγούς μεγάλου θηράματος, όπου οι εκπαιδευμένοι επιμελητές, χρησιμοποιώντας το εκπαιδευτικό υλικό που προανέφερα, θα διδάσκουν τις βασικές αρχές που πρέπει να γνωρίζει ο κυνηγός μεγάλων θηραμάτων συμπεριλαμβανομένων και των αρχών που διέπουν την ασφαλή χρήση ραβδόκαννων όπλων. Τα σεμινάρια αυτά θα έχουν δικαίωμα να τα παρακολουθήσουν κυνηγοί που τουλάχιστον τα τελευταία πέντε χρόνια θεωρούν την άδεια θήρας τους συνεχώς και αδιαλείπτως.

Τελειώνοντας ο κυνηγός την παρακολούθηση του σεμιναρίου, που θα περιλαμβάνει τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά μαθήματα, θα δίνει εξετάσεις (γραπτές και προφορικές) σε επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο του Κ.Σ. (Επιμελητή κυνηγετικής αγωγής μεγάλων θηραμάτων), ένα δασικό υπάλληλο και έναν αστυνομικό υπάλληλο. Αφού περάσει τις εξετάσεις θα παίρνει το “Δίπλωμα κυνηγού μεγάλων θηραμάτων”. Το δίπλωμα αυτό καθώς και ή άδεια θήρας θα αποτελούν προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας αγοράς ραβδόκαννου όπλου από τις αστυνομικές αρχές.

Σαφές και ξεκάθαρο νομοθετικό πλαίσιο

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ακόμη, ότι το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να ξεχωρίζει τα όπλα τα οποία προορίζονται για κυνήγι ή/και σκοποβολή και τα κατέχουν ενεργοί κυνηγοί ή/και σκοπευτές, από αυτά που πιθανόν να κατέχουν πολίτες ως κειμήλια και τα οποία μπορεί να είναι και παλιά στρατιωτικά όπλα. Επίσης, ως κειμήλια θα πρέπει να χαρακτηρίζονται όπλα ραβδόκαννα ή λειόκανα τα οποία μένουν σε κυνηγούς ή στους κληρονόμους τους, όταν αυτοί πάψουν να ασκούν το κυνήγι ή αποβιώσουν.

Για την αποφυγή κινήτρων για απώλειες πυρομαχικών από το στρατό ή τα σώματα ασφαλείας θα πρέπει ίσως τα ραβδόκαννα όπλα που προορίζονται για πολιτική χρήση (κυνήγι – σκοποβολή) να απαγορεύεται να φέρουν θαλάμη που δέχεται πυρομαχικά των τύπων (διαμέτρημα Χ μήκος κάλυκα) που χρησιμοποιούν οι νατοϊκοί αλλά και οι ανατολικοί στρατοί. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την πολιτική χρήση τα πυρομαχικά 7,62X51 (308WIN), 5,56X45 (223REM), 7,62 Χ 39, 5,45 Χ 39 και 12,7 Χ 99 (.50΄΄ BMG)

Ταυτόχρονα με τη νομοθετική ρύθμιση για την κατοχή και χρήση ραβδόκαννων όπλων από πολίτες, που αφορά το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, πρέπει να γίνουν μια σειρά ρυθμίσεις για την άσκηση της θήρας με ραβδόκαννο που αφορούν το ΥΠΕΚΑ. Το κυνήγι φτερωτών θηραμάτων με ραβδόκαννο τυφέκιο ούτως ή άλλως δεν επιτρέπεται (ΚΥΑ 414985/1985, άρθρο 4). Για τα θηλαστικά μεγαλύτερου του μεγέθους της αλεπούς (μη συμπεριλαμβανομένης) πρέπει να απαγορεύεται η χρήση σφαιριδίων (σκαγιών, σεβροτινών). Πρέπει να απαγορεύεται επίσης η κυνηγετική χρήση των σκαγιών διαμέτρου μεγαλύτερης των 4,6 mm ή 0,18΄΄ (ΒΒ).

Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω ότι πέρα από την πολύ μεγάλη κυνηγετική αξία που έχει η χρήση του ραβδόκαννου, τόσο δεοντολογική – ποιοτική, όσο και διαχειριστική, είναι εμφανές ότι με την απελευθέρωση της αγοράς του (κατοχής του), υπό προϋποθέσεις πάντα, θα προκύψει σοβαρό όφελος για την εθνική οικονομία από έμμεσους και άμεσους φόρους, από την τόνωση της αγοράς των κυνηγετικών ειδών (όπλα και παρελκόμενα), από την προώθηση των πωλήσεων του ραβδόκαννου της EBO στην εσωτερική αγορά και μια σειρά άλλων συντελεστών που δεν είναι του παρόντος.

ΠΗΓΗ : ΠΑΝ-ΘΗΡΑΣ ΚΟΜΑΘ

ΕΠΑΝΩ-UP

© Giorgio Peppas