Σε μια συστάδα, από Αίγα δέντρα που έριχναν πυκνή σκιά, ξαπλωμένος στο χιτώνα του κοιμόταν ο ωραιόιερος κυνηγός που γεννήθηκε στη γη.
Ο Άδωνις, ο γΐος του βασιλιά της Πάφου Κυνήρου και της Μεθάρμης. Όταν μικρός άρχισε να πρωτοβγαίνει κυνήγι, τον είδε η Αφροδίτη, τον αγάπησε και τον κατέκτησε. Επειδή δε τον ήθελε μόνο για τον ευατό της, για να μην τον επιθυμήσει καμιά άλλη, τον κατέβασε στα βασίλεια της Περσεφόνης, της τον παρέδωσε και την παρακάλεσε να τον φυλάξει ως που να τακτοποιήσει την υπόθεση του.
Αλλά και εκείνη μόλις τον είδε, αισθάνθηκε μεγάλο πόθο για το άγουρο εκείνο φρούτο. Και έτσι ο Άδωνις δεν κακοπερνούσε και εκεί.
Μετά από καιρό ήρθε η Αφροδίτη και ζήτησε τη παρακαταθήκη της. Η Περσεφόνη αρνήθηκε όμως και μεγάλος καυγάς άναψε ανάμεσα τους, τόσο που έγινε ανάγκη να μπει στη μέση ο Ζευς να τις ησυχάσει. Για να μη μαλώνουν δε, χώρισε τον χρόνο του Άδωνι σε τρία και όρισε, το ένα διάστημα να το περνά στην αγκαλιά της μιας, το άλλο στην αγκαλιά της άλλης και το υπόλοιπο να το γλεντά, όπως αυτός ήθελε.
Ο νέος όμως κυνηγός που αγαπούσε το φως, το βουνό, τα δέντρα και την αγάπη αυτή κάτω απ' αυτά χάρισε και το δικό του
τετράμηνο στην Αφροδίτη, που η αγάπη της του ήταν πιο ακριβή.
Έτσι κάθε μέρα γύριζε, μ' ένα κοπάδι σκυλιά, τα ρουμάνια της Κύπρου και κυνηγούσε άγρια Θηρία Έπειτα έπεφτε στον ίσκιο και κοιμόταν, όχι όμως για πολύ μόνος. Η θεά με το δροσερό αεράκι ή με τη λαύρα του μεσημεριού ερχόταν και τον έκανε ευτυχισμένο με τη θεία της ομορφιά.
Έτσι και κείνο το δειλινό, με τη δροσιά που χάιδευε τα φύλλα των δέντρων, ο Άδωνις ένιωσε και δύο δροσερά χείλη να χαϊδεύουν το πρόσωπο του. Ξύπνησε αμέσως και αγκάλιασε την αγάπη του. Τα σκυλιά που ξεκουράζονταν ολόκληρο κοπάδι γύρω τριγύρα, φύλαγαν άγρυπνα. Και οι ερωτευμένοι είχαν την ησυχία τους.
Ο Άδωνις
φόρεσε το χιτώνιο του και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Ο ζωηρόχρωμος χιτώνας της Αφροδίτης και η ζώνη της ο περίφημος κεστός άτακτα ήταν απλωμένα στη γη. Η θεά έδειχνε την παντοδύναμη γύμνια του ασύγκριτου κορμιού της.
Ήρθε η ώρα που θα χώριζαν. Ο κυνηγό πήρε το ακόντιο και ετοιμαζόταν. Η θεά τον αγκάλιασε και με την πιο βελουδένια φωνή της του έλεγε:
Ωραίε Άδωνι, βασιλιά της καρδιάς μου, όταν συλλογίζομαι ότι διατρέχει τόσους κίνδυνους
όταν παλεύεις με τα άγρια θηρία, δεν είναι δυνατόν να ησυχάσω. Λυπήσου με. Μόνο η σκέψη ότι μπορεί να χωριστούμε με σκοτώνει. Σου ζητώ για χάρη ν' αφήσεις το κυνήγι. Δεν σ' αρκεί η αγάπη μου. Έχεις σκλάβα σου την ωραιότερη θεά του Ολύμπου. Τι άλλο είναι δυνατόν να ονειρευτεί θνητός;
Όχι μεγάλη θεά, της απάντησε, χαϊδεύοντας τα χρυσά μαλλιά της. Σ' αγαπώ και μπορώ να πεθάνω για χάρη σου, όταν μου το ζητήσεις. Μην επιμένεις όμως ν' αφήσω το κυνήγι των δυνατών θηρίων.
Είναι κάτι παραπάνω από κάθε άλλη μου δύναμη.
Η θεά αναστέναξε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Γιατί τα άγρια θηρία; Επέμεινε εκείνη. Εγώ θα στέλνω στα βέλη σου ελάφια με κλαδωτά κέρατα και ζαρκάδια με την ωραία κορμοστασιά.
Ω ! θεά. θέλεις να γελάσεις τον εαυτό σου με το να με συμβουλεύει να γίνω δειλός για να μη μου συμβεί κακό;
Γιατί δεν πιστεύω πως εσύ που έβαλες κανόνα στις γυναίκες να λατρεύουν, τη δύναμη, το θάρρος και την ανδρεία, θα ήθελες να έχεις ένα δειλό στην καρδιά σου. Μην μου ζητάς αδύνατα. Η πάλη με τα θηρία είναι η ζωή μου. Τότε μόνο, όταν τα καταβάλλω, αισθάνομαι ότι είμαι ο κυρίαρχος τους. Ότι είμαι δυνατός. Τα ελάφια και τα ζαρκάδια είναι τρόπαια για ανήλικους και αδύναμους γέρους και όχι
για μένα.
Η θεά τον άκουγε με καμάρι. Αλλά οι φόβοι της κυρίεψαν πάλι τη σκέψη. Άπλωσε τα χέρια τον αγκάλιασε και, βυθίζοντας το βλέμμα της στο δικό του, παρακαλούσε να την υπακούσει.
Ανυπόμονα τα σκυλιά άρχισαν να τους τριγυρίζουν. Ο Άδωνΐς στηρίχτηκε στο ακόντιο και σηκώθηκε, φιλώντας τη δακρυσμένη θεά.
Φεύγω μεγάλη θεά, είπε γιατί νιώθω ότι η θέληση μου δεν θα μπορέσει ν' αντέξει πολύ στα παρακάλια σου.
Έφυγε. Και η θεά πολύ ώρα έμεινε εκεί συλλογισμένη, έπειτα τυλίχτηκε στον πολύπτυχο χιτώνα της με την ωραία κορμοστασιά. Στην ώρα όμως ακούστηκαν φοβερά γαυγίσματα, όλων μαζί των σκυλιών του κυνηγού. Άγρια και επίμονα. Σαν αστραπή η θεά πέταξε στην διεύθυνση τους.
Σ' ένα ξέφωτο, στη μέση του κύκλου που σχημάτιζαν τα σκυλιά, το ωραίο σώμα του κυνηγού έλαμψε ολόγυμνο. Ο χιτώνας του είχε κουρελιαστεί και η ζώνη με το πλατύ μαχαίρι κείτονταν στο πλάι του σπασμένο. Όλο το σώμα είχε πληγές και μια τρομερή έχασκε στο δεξί βουβώνα.
Το αίμα, κατακόκκινο έσταζε στη γη. Το κοφτερό δόντι του κάπρου, που σήκωσαν τα σκυλιά από τη φωλιά του, τον είχε κατασπαράξει.
Ρίχτηκε κι αγκάλιασε το ωραίο κορμί και προσπάθησε να του δώσει ζωή. Εκείνος άνοιξε τα μάτια. Την κοίταξε πονεμένα και ψιθύρισε:
-Δεν λυπάμαι που η Άτροπος κόβει το νήμα της νιότης μου, πονώ γιατί χάνω τη μεγάλη σου αγάπη.
Έσμιξαν τα χείλη τους και έπεσε απ' τα χέρια της άψυχος.
Η θεά με μάτια θολά από τα δάκρυα κοιτούσε, για τελευταία φορά, το αγαπημένο της εκείνο κορμί, που λίγο πριν έσφιγγε όλο δύναμη και ζωή στην αγκαλιά της.
Έβλεπε το αίμα του που είχε στη γη, να φαντάζει, η κάθε σταλαματιά, σαν ένα λουλούδι και βρήκε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Άνθη να στολίσουν το μέρος που έπεσε ο κυνηγός. Και έτσι γεννήθηκε η ανεμώνη.
Έπειτα σήκωσε στα μπράτσα το άψυχο σώμα και προχώρησε να το αφήσει σε τίποτα καλούς ανθρώπους να το μεταφέρουν στο παλάτι του πατέρα του για την κηδεία.
Τα σκυλιά με χαμηλωμένα στο χώμα τα κεφάλια, ακολουθούσαν λυπημένα σε μακριά γραμμή. Δεν ακουγόταν ούτε ο μικρότερος γρυλισμός. Κήδευε η ομορφιά της φύσης τον εκλεκτό και αγαπημένο τη5ςκαι την πομπή ακολουθούσαν οι πιστοί του σύντροφοι.
Είδε η θεά ένα κάμπο καταπράσινο. Τα φυτά με χοντρά φύλλα ήταν η προσωποποίηση της δροσιάς. Στάθηκε και με πόνο ακούμπησε το ωραίο σώμα στα δροσερά φύλλα που έτριξαν από το βάρος του.
Έκραξε τους εργάτες, τους έδωσε τις εντολές της και όρισε να γίνεται γιορτή κάθε χρόνο, στη μνήμη του θανάτου του ωραιότερου κυνηγού των αιώνων, τα «Αδώνια» που στην Μικρά Ασία και στην Αίγυπτο, στην Ρώμη και στην Αθήνα με μεγάλη επισημότητα γιόρταζαν.
Στο δροσερό δε φυτό που δέχτηκε το σώμα του Άδωνι που δεν είναι άλλο απ' το ταπεινό μαρούλι δόθηκαν απ1 τη θεά ξεχωριστές ιδιότητες.