Λόγοι για την απελευθέρωση θηραμάτων.
Η απελευθέρωση θηραμάτων σε μια περιοχή μπορεί να έχει σκοπό είτε την προσαρμογή και ανάπτυξη ενός θηραματικού είδους, που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν (εισαγωγή), είτε την προσαρμογή και ανάπτυξη ενός είδους που υπήρχε στο παρελθόν και έχει εξαφανισθεί από βιοτικούς (ασθένεια, υποβάθμιση βιοτόπου, υπερβόσκηση κ.τ.λ.) ή αβιοτικούς παράγοντες (πλημμύρες, ξηρασία, κ.τ.λ) (επανεισαγωγή), είτε την αύξηση των θηραματικών πληθυσμών σε περιοχές όπου οι πληθυσμοί αυτοί έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω των παραπάνω παραγόντων.
Επίσης, η απελευθέρωση μπορεί να έχει σκοπό την εισαγωγή νέου «αίματος» σε ένα ιθαγενή ιδιαίτερα μειωμένο πληθυσμό για την αποφυγή γενετικών προβλημάτων ή την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης (το κυνήγι τους μετά την προσαρμογή τους) ή ακόμη την απευθείας Θήρευση τους.
Στην Ελλάδα οι απελευθερώσεις έχουν συνήθως σκοπό την εισαγωγή θηραματικων πληθυσμών (απελευθέρωση Νησιωτικής πέρδικας στην Βοιωτία, Αγριογούρουνο στην Κέρκυρα κ.τ.λ.), την επανεισαγωγή (απελευθέρωση Πεδινής πέρδικας στην Κεντρική Ελλάδα κ.τ.λ.), και την αύξηση πληθυσμών που έχουν μειωθεί σημαντικά.
Πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη η περίπτωση της εισαγωγής ξένου είδους σε μια περιοχή. Ως ξένα είδη θεωρούμε οργανισμούς (φυτικούς ή ζωικούς) που εισάγονται από τον άνθρωπο, σκόπιμα ή τυχαία, σε περιοχές έξω από τον κανονικό και συνήθη χώρο εξάπλωσης τους.
Η απελευθέρωση ξένου είδους είναι δυνατό να διαταράξει μερικώς ή ολικώς την οικολογική ισορροπία στην περιοχή που εφαρμόζεται. Υπάρχουν κίνδυνοι ανταγωνισμού και εξαφάνισης ιθαγενών ειδών, επιμειξίας και μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών κ.λ.π., κάτι που δε θα πρέπει να δημιουργηθεί από λάθος εκτίμηση ή ελλιπή γνώση.
Μπορεί επίσης, τα ξένα είδη να εξελιχθούν σε επιβλαβείς παράγοντες για τις καλλιέργειες (όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης του Αγριόχοιρου στην Κέρκυρα) και να διαταράξουν την οικολογική ισορροπία που διαμορφώθηκε μέσα από χιλιετίες. Οι συνέπειες από αυτήν την πράξη, όταν βέβαια επιτύχει, μπορεί να είναι πραγματικά ανεξέλεγκτες.
Με ιδιαίτερη επιφύλαξη, επίσης, πρέπει να αντιμετωπίζεται η περίπτωση της απελευθέρωσης είδους θηράματος, που στο παρελθόν εξαφανίσθηκε από μια περιοχή, λόγω σημαντικών αλλαγών που συνέβησαν σε αυτή, όπως μονοκαλλιέργεια, καταστροφή φυσικών φραχτών, καταστροφή δασών, υπερβόσκηση κ.τ.λ. Σε
αυτές τις περιοχές, τα θηράματα που θα απελευθερώσουμε, είναι πιθανό να ακολουθήσουν μια πτωτική πορεία προς την εξαφάνιση, όπως ακριβώς κατά το παρελθόν συνέβη με τον ιθαγενή πληθυσμό τους εφόσον οι μεταβολές που συνέβησαν στην περιοχή εξακολουθούν να υφίστανται και δεν εξαλείφθηκαν.
Η απελευθέρωση θηραμάτων για την εισαγωγή «νέου αίματος» είναι ένα θέμα για το οποίο, επί του παρόντος, δεν μπορούμε να αναφερθούμε με λεπτομέρειες. Είναι όμως καλό, τέτοιου είδους ενέργειες γενικά να αποφεύγονται και να γίνονται μόνο μετά από επιστημονική μελέτη που θα εντοπίσει την αναγκαιότητα και θα υποδείξει την ποιότητα των προς απελευθέρωση θηραμάτων και τη μεθοδολογία, που θα πρέπει να ακολουθηθεί.
Ένας λόγος απελευθέρωσης, σχετικά άγνωστος στην Ελλάδα, είναι η απελευθέρωση θηραμάτων εκτροφής στους κυνηγότοπους και το κυνήγι τους, αμέσως μετά την προσαρμογή τους. Αυτή η πρακτική είναι από πολλά χρόνια γνωστή και εφαρμόζεται ευρέως στην Ευρώπη, αφού αποτελεί ίσως τον κυριότερο λόγο εκτροφής των θηραμάτων αυτών και δαπανώνται τεράστια χρηματικά ποσά σε αυτόν τον τομέα.
Ο τελευταίος λόγος για θηραμάτων είναι η απευθείας απελευθέρωση τους στον κυνηγότοπο λίγες ώρες πριν το κυνήγι τους ή ακόμη και κατά τη διεξαγωγή του. Αυτή η πρακτική απελευθέρωσης είναι γνωστή στο εξωτερικό(Put &Τake) και στην Ελλάδα εφαρμόζεται στις Ελεγχόμενες Κυνηγετικές Περιοχές (Ρεζέρβες). Πρόκειται όμως για πρακτική, που δεν έχει καμία σχέση με την κατά παράδοση διεξαγωγή του κυνηγίου στην χώρα μας ούτε με την έννοια του αναπληθυσμοΰ, οπότε επί του παρόντος δεν εξετάζεται.
Τα ενδημικά θηράματα στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η σταθερή τάση μείωσης πολλών ενδημικών θηραμάτων μετά τον πόλεμο είναι ένα γεγονός που συνδέεται άμεσα με τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία και είχαν αρνητική επίδραση στην άγρια πανίδα της χώρας μας. Η επίδραση αυτή επιβεβαιώνει όχι μόνο την άρρηκτη σχέση, που έχει ο άνθρωπος με το φυσικό περιβάλλον, αλλά και τις τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης και βελτίωσης της άγριας ζωής που διαθέτει.
Μετά τον πόλεμο, τα ορεινά χωριά άρχισαν ραγδαία να ερημώνουν. Οι παραδοσιακές καλλιέργειες, που έδιναν τροφή σε ένα μεγάλο αριθμό θηραμάτων εγκαταλείφθηκαν, οι θαμνώνες αναπτύχθηκαν και «έκλεισαν» για την Πετροπέρδικα και το Λαγό και η μόνη κυρίαρχη δραστηριότητα, σε αυτές τις περιοχές, απέμεινε η ελεύθερη αιγοπροβατοτροφία, με αποτέλεσμα την κατά τόπους υπερβόσκηση, την υποβάθμιση και την απογύμνωση πολλών περιοχών.
Στις πεδινές περιοχές, η ανάγκη αύξησης της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων και της μείωσης των τιμών τους μηχανοποίησε τις αγροτικές εργασίες και εξαφάνισε τους φυσικούς φράχτες. Οι εντατικές πρώιμες μονοκαλλιέργειες, η ευρεία και αλόγιστη χρήση των φυτοφαρμάκων σε συνδυασμό με την καύση των σιτοκαλαμιών, μείωσαν δραματικά τα τελευταία χρόνια τόσο την ί τροφή των θηραμάτων, όσο και τα υπόλοιπα διαθέσιμα των πεδινών βιοτόπων.
Σήμερα, η γεωργία και σχεδόν όλες οι αναπτυξιακές δραστηριότητες του Ανθρώπου πραγματοποιούνται με ένα δυσανάλογα βαρύ περιβαλλοντικό κόστος.
Σε αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, και ίσως και το χρέος, να άναστρε γι ι αυτή την καταστροφική εξέλιξη. Η σωστή διαχείριση της άγριας πανίδας και των βιοτόπων της είναι δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των πληθυσμών των ιθαγενών ειδών ακόμα και στα προ του πολέμου επίπεδα. Με τις σπορές, με την ίδρυση και διατήρηση φυσικών φραχτών, με την υιοθέτηση ηπιότερων μορφών καλλιέργειας, με βελτιωτικές επεμβάσεις και επιστημονική καθοδήγηση μπορεί να σταματήσει αυτή η πορεία, που στην αρχή σκιαγραφήσαμε.
Εάν η παραπάνω δυνατότητα γίνει συνείδηση και πράξη, υπάρχει μια μοναδική πιθανότητα να δούμε θεαματική βελτίωση στα αποθέματα των άγριων πληθυσμών, στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, χωρίς να απελευθερώσουμε ούτε ένα θήραμα.
Ωστόσο, σε ορισμένες περιοχές που τα θηράματα εξαλείφθηκαν λόγω ιδιαίτερα έντονων καταστροφών, ασθενειών κ.τ.λ. ή σε υποβαθμισμένους βιότοπους, η φυσική παραγωγή φασιανών, περδίκων ή λαγών δεν πρόκειται ποτέ να είναι υψηλή. Σε αυτές τις περιοχές, η απελευθέρωση είναι και ο μόνος κατάλληλος τρόπος να παραχθεί θηρεύσιμο πλεόνασμα.
Απελευθέρωση θηραμάτων σε καταφύγια ή στον ελεύθερο κυνηγότοπο
Η εκτροφή και απελευθέρωση θηραμάτων δεν είναι παρά ένα μέρος της πολιτικής που διεθνώς εφαρμόζεται για την κάλυψη των αναγκών σε θηράματα του ανθρώπου κυνηγού. Κάτω από αυτή την έννοια, η απελευθέρωση θηραμάτων είναι ένα «εργαλείο», που ο άνθρωπος το χρησιμοποιεί είτε για τη μακροπρόθεσμη κάρπωση ενός θηρεύσιμου πλεονάσματος είτε για την βραχυπρόθεσμη αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης, και επομένως μπορεί να γίνει είτε σε καταφύγιο θηραμάτων είτε στον ελεύθερο κυνηγότοπο, αναλόγως του σκοπού, που ο άνθρωπος προσπαθεί να επιτύχει.
Είναι πιθανό, ο σκοπός της απελευθέρωσης να είναι η αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης. Οι αυξανόμενες ανάγκες των κυνηγών σε θηράματα έχουν από πολλά χρόνια δημιουργήσει στην Ευρώπη την πρακτική της απελευθέρωσης θηραμάτων εκτροφής στους κυνηγότοπους και το κυνήγι τους αμέσως μετά την προσαρμογή τους. Κατ' αυτό τον τρόπο το κυνήγι δεν αλλοιώνεται ως προς τη διεξαγωγή του και την ποιότητα του, ενώ παράλληλα ο κυνηγός εκμεταλλεύεται ένα σημαντικό ποσοστό απωλειών που συμβαίνει συνήθως μετά την απελευθέρωση από αρπακτικά, τροφοπενία, ασθένειες κ.τ.λ.
Αυτή η ευρέως διαδεδομένη πρακτική στο εξωτερικό, μπορεί στο μέλλον να αποτελέσει μία ρεαλιστική δράση βελτίωσης της κυνηγετικής κάρπωσης και στην Ελλάδα, εφόσον τα θηράματα απελευθερώνονται με τις σωστές τεχνικές και έχουν στη διάθεση τους ικανό χρονικό διάστημα για την προσαρμογή τους στο φυσικό περιβάλλον, πριν την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου.
Εκτός όμως των περιπτώσεων που η απελευθέρωση πληρεί τον παραπάνω σκοπό, είναι γεγονός ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η προστασία των πουλιών τουλάχιστον κατά τον πρώτο χρόνο της απελευθέρωσης ή εάν είναι δυνατό και το δεύτερο χρόνο. Εάν ο σκοπός της απελευθέρωσης είναι η εισαγωγή ή η επανεισαγωγή ενός είδους, τότε αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν η όλη διαδικασία συνεπικουρείται από μια ουσιαστική προστασία των πουλιών για τουλάχιστον μία αναπαραγωγική περίοδο, ώστε να καταφέρουν να αναπαραχθούν επιτυχώς στο φυσικό περιβάλλον.
Κάθε κατάλληλα σχεδιασμένη απελευθέρωση, ενός σημαντικού αριθμού θηραμάτων, που δεν έχει ως σκοπό το κυνήγι, θα πρέπει να συνοδεύεται από προστασία της συγκεκριμένης περιοχής, προκειμένου να έχουν τα θηράματα την ευκαιρία να «πιάσουν» και να αναπαραχθούν με επιτυχία.
Η απελευθέρωση σε πολυετή καταφύγια θηραμάτων, όπου δεν υπάρχει σημαντικού μεγέθους άγριος πληθυσμός, θα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί προφανώς δρα κάποιος περιοριστικός παράγοντας του βιοτόπου (έλλειψη τροφής, νερού κ.τ.λ.). Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει, πριν την απελευθέρωση, να εντοπισθεί το αίτιο που δεν επιτρέπει την αύξηση των πληθυσμών και να γίνουν οι κατάλληλες βελτιωτικές επεμβάσεις.
Η απελευθέρωση σε καταφύγια, όπου υπάρχει ήδη σημαντικού μεγέθους άγριος πληθυσμός, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Η απελευθέρωση θηραμάτων εκτροφής, ίσως τελικά δημιουργήσει προβλήματα, λόγω ανταγωνισμού, κινδύνου προσέλκυσης υψηλού αριθμού αρπακτικών κ.τ.λ . Η βελτίωση του βιότοπου σε αυτή την περίπτωση αποτελεί πολύ καλύτερη επένδυση χρημάτων.
Τελειώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι το ερώτημα της απελευθέρωσης στον κυνηγοτοπο ή στο καταφύγιο θηραμάτων ακολουθεί την αρχή του άσπρου-μαυρου που πολύ διαφέρει από τις πραγματικές ανάγκες που η απελευθέρωση καλείται κάθε φορά να καλύψει. Οι στόχοι και τα διαθέσιμα μέσα των κυνηγών δεν είναι παντού στην Ελλάδα τα ίδια, αλλά, κατά περίπτωση, μεταβάλλονται, -οπότε και κατά συνέπεια- η πολιτική της απελευθέρωσης, που θα πρέπει να ακολουθηθεί, δεν είναι δυνατό γενικά να καθορισθεί χωρίς τον κίνδυνο μεγάλου σφάλματος.
Πρέπει να γίνεται η απελευθέρωση θηραμάτων σε υποβαθμισμένους βιότοπους
Πολλοί πιστεύουν, ότι είναι πολυδάπανη και αντιδεοντολογική ενέργεια η απελευθέρωση θηραμάτων σε περιοχές, όπου δεν είναι καλοί βιότοποι για την ανάπτυξη και αναπαραγωγή τους. Είναι όμως γεγονός ότι τέτοιοι τόποι συχνά δέχονται ιδιαίτερα υψηλή κυνηγετική πίεση, λόγω της γειτονίας τους με μεγάλα αστικά κέντρα.
Υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα στην Αττική, στη Βοιωτία και σε άλλες περιοχές της χωράς, όπου οι πρακτικές καλλιέργειας και οι χρήσεις της γης δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού θηραμάτων που θα αναπαραχθούν και θα παραμείνουν στην περιοχή πάνω από ένα χρόνο με αποτέλεσμα λίγα θηράματα να ζουν εκεί.
Υπάρχουν πολλές περιοχές με ελάχιστους φυσικούς φράχτες, όπου καλλιεργούνται κυρίως ένα ή δύο είδη προϊόντων, τα οποία μαζεύονται πρώιμα και καίγονται τα υπολείμματα των καλλιεργειών, αφήνοντας έτσι ελάχιστη ή καθόλου τροφή και κάλυψη για το χειμώνα. Παρ' όλα αυτά, την άνοιξη και το καλοκαίρι αυτές οι περιοχές μπορούν να παράγουν θηράματα, εάν ένα αναπαραγωγικό κεφάλαιο βρίσκεται ήδη εκεί.
Είναι όμως σκόπιμο να απελευθερώσουμε θηράματα, όταν αυτό θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο ;
Σε περιοχές, που χιλιάδες κυνηγοί επισκέπτονται κάθε κυνηγετική περίοδο, σύμφωνα με τον Dr Logan J Bennet ίσως τελικά και να είναι σκόπιμη η απελευθέρωση, ακόμα και αν η όλη διαδικασία είναι πολυδάπανη αφού και ένας ακόμη φασιανός αν θηρευθεί, θα ικανοποιήσει τον κυνηγό που εκδράμει στις περιοχές αυτές.
Κάτω από αυτές
τις συνθήκες, το κόστος των
θηραμάτων και η καταλληλότητα
των βιοτόπων, δεν μπορούν να είναι περιοριστικοί παράγοντες για μια ορθή πολιτική
απελευθέρωσης.
Συγκριτική απόδοση των πτηνών εκτροφής και των αγρίων πτηνών.
Η απαίτηση των κυνηγών από τα θηράματα που εκτρέφουν και απελευθερώνουν δεν είναι μόνο ο επιτυχής εγκλιματισμός τους στο φυσικό περιβάλλον, αλλά και η επιτυχής φωλεοποίησή τους. Με προσεκτική απελευθέρωση και εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων τα απελευθερωμένα πτηνά εκτροφής μπορούν να πετούν ακριβώς όπως τα άγρια, αλλά η επιτυχής φωλεοποίησή τους είναι ένα θέμα που έχει σοβαρά αμφισβητηθεί.
Έχει παρατηρηθεί πολλές φορές, ιδιαίτερα για τους φασιανούς, ότι οι ικανότητες πτήσης τους τείνουν να μειώνονται όταν εκτρέφονται εντατικά, όπως συμβαίνει στην Αγγλία, και αυτό το γεγονός ώθησε πολλούς εκτροφείς να πειραματιστούν με την εισαγωγή «άγριου» αίματος. Τέτοιου είδους πειράματα έχουν γίνει και στην Ελλάδα από κυνηγετικούς συλλόγους που διαπίστωσαν διαφορετικά αποτελέσματα, μεταξύ πτηνών που κατάγονταν από γεννήτορες συστηματικής εκτροφής και άγριων, αλλά δυστυχώς δεν έχουν μελετηθεί.
Εκτός από αυτό το γεγονός, η ύπαρξη και άλλων προβλημάτων με τα απελευθερωμένα θηράματα εκτροφής έχει οδηγήσει στην ισχυρή αμφισβήτηση της ικανότητας των τεχνητά εκτρεφομένων και απελευθερωμένων πουλιών να φωλεοποιήσουν με επιτυχία στο φυσικό περιβάλλον .
Το ζήτημα αυτό απασχόλησε το Βρετανικό Οργανισμό θηραματοπονίας (Game Conservacy). Σύμφωνα με έρευνες που έγιναν για την Πεδινή πέρδικα(ΡεΓθΙίχ ρετάίχ), η απόδοση των απελευθερωμένων πτηνών εκτροφής ως άγριοι γονείς ήταν πολύ κατώτερη του άγριου πληθυσμού και αυτό το γεγονός φαίνεται να είχε άμεση σχέση με την προέλευση των πουλιών. Τα πουλιά προέρχονταν από την Δανία και ήταν σε αιχμαλωσία πολλές γενιές κάτω από συνθή
κες εντατικής εκτροφής, όπου παράγοντες, όπως ο αριθμός παραγωγής αυγών, ίσως ήταν βασικό κριτήριο για την επιλογή των γεννητόρων.
Στην περίπτωση της Κοκκινοπόδαρης, η οποία δεν υπάρχει αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα αλλά έχει εισαχθεί με επιτυχία σε πολλές χώρες, εντοπίσθηκαν σημαντικά προβλήματα στις περιοχές όπου τα υβρίδια της με την Νησιωτική απέδιδαν πολύ μικρότερα ποσοστά επιτυχούς αναπαραγωγής, (μέχρι και μόνον 20% της αναπαραγωγής της αμιγούς άγριας Κοκκινοπόδαρης πέρδικας).
Όσον αφορά την απόδοση των απελευθερωμένων φασιανών οι έρευνες
Φ
έδειξαν ότι οι θηλυκοί φασιανοί εκτροφής ήταν πολύ λιγότερο ικανοί στην επιτυχή ανάθρεψη των νεοσσών τους από ό,τι οι άγριες θηλυκές. Σε αυτή την περίπτωση οι έρευνες έδειξαν ότι αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την έλλειψη της γνώσης των κινδύνων από τα αρπακτικά, παρά με την αναπαραγωγική τους ικανότητα .
Οι παραπάνω έρευνες εντοπίζουν ορισμένα από τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα απελευθερωμένα πτηνά εκτροφής σε σχέση με τα άγρια πτηνά. Στην προέλευση των πτηνών, στα γενετικά χαρακτηριστικά τους και στην έλλειψη της γνώσης των αρπακτικών οφείλεται η σημαντικά χαμηλότερη απόδοση των πτηνών εκτροφής. Είναι γεγονός, όμως, ότι πολύ λίγα δεδομένα σχετικά με την μετάδοση γενετικών χαρακτηριστικών, που αφορούν την αναπαραγωγική επιτυχία και τις ικανότητες επιβίωσης, είναι διαθέσιμα ή της επίδρασης που έχουν συνδυασμοί παραγόντων (όπως παράσιτα, διαφορετικά είδη τροφής κ.τ.λ.) στις διαφορές που εντοπίσαμε παραπάνω.
Προβλήματα και κίνδυνοι από την απελευθέρωση θηραμάτων.
Παρ' όλη την ευκολία με την οποία έχει επιτευχθεί η παραγωγή χιλιάδων θηραμάτων σε συνθήκες αιχμαλωσίας, οι προσπάθειες αναπληθυσμού περιοχών πολύ συχνά καταλήγουν σε αποτυχία. Σΰμφωνα με τον Dr S.D.Dowell, οι αιτίες για αυτό το γεγονός είναι πολυσύνθετες και μπορεί να είναι γενετικές διαφορές, διαφορές συμπεριφοράς με τα άγρια πουλιά, προβλήματα ασθενειών, υψηλή συγκέντρωση αρπακτικών στις περιοχές απελευθέρωσης ή μεταβολές στα χαρακτηριστικά του βιότοπου.
Έχει συχνά παρατηρηθεί, ότι πουλιά που μεγαλώνουν σε εκτροφείο, όταν απελευθερωθούν, εκδηλώνουν μια συμπεριφορά αφελή απέναντι στα αρπακτικά. Αυτός μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τα μικρά ποσοστά επιβίωσης και τον υψηλό αριθμό απωλειών από αρπακτικά που πολύ συχνά συμβαίνουν. Οι σύχρονες τεχνικές εκτροφής είναι ανάγκη να συμπεριλάβουν την ανάπτυξη της αμυντικής συμπεριφοράς των πουλιών μέσω της ελεγχόμενης αναπαραγωγής και μετάδοσης αυτών των χαρακτηριστικών από επιλεγμένους γεννήτορες. Οι μέθοδοι εκτροφής που συνήθως εφαρμόζονται εμπεριέχουν ανατροφή των πουλιών χωρίς τους γονείς τους και έτσι δεν υπάρχει η δυνατότητα εκμάθησης της αμυντικής συμπεριφοράς απέναντι στα αρπακτικά, μέσα στις πρώτες κρίσιμες εβδομάδες της ζωής τους.
Πειράματα που έγιναν στην Ινδιανάπολη των Ηνωμένων Πολιτειών από το Τμήμα Φυσικών Πόρων (DNR) έδειξαν ότι η ικανότητα των απελευθερωμένων Βιργινιανών κολίνων να επιβιώνουν στο φυσικό περιβάλλον έχει άμεση σχέση με τα γενετικά χαρακτηριστικά τους. Οι ερευνητές, πειραματίστηκαν με την απελευθέρωση ατόμων πρώτης γεννεάς (F1) που είχαν εκτραφεί μεν τεχνητά, αλλά οι γονείς τους είχαν συλληφθεί από το φυσικό περιβάλλον και ήταν άγριοι, και την απελευθέρωση ατόμων που προέρχονταν από εκτροφεία, κάτω από ελεγχόμενα όμοιες συνθήκες. Τα αποτελέσματα έδειξαν μια σαφώς αυξημένη ικανότητα επιβίωσης των ατόμων που προέρχονταν από άγριους γονείς. Τα άτομα αυτά έδειξαν μια γρήγορη ανάπτυξη των άγριων χαρακτηριστικών τους και σύντομα έγιναν εξαιρετικά δύσπιστα στην παρουσία του ανθρώπου. Σε αντίθεση, τα πουλιά που προέρχονταν από εκτροφεία πλησιάζονταν πολύ εύκολα και σε συνδυασμό με τον υψηλό δείκτη θνησιμότητας τους αποδείχθηκαν εξαιρετικά εύκολα θύματα.
Ένα άλλο πρόβλημα που έχουν εντοπίσει οι επιστήμονες και αναφέρει ο κ. Dowel είναι η πιθανώς μικρή αντίσταση σε ασθένειες που εκδηλώνουν τα που-
λιά εκτροφής όταν απελευθερωθούν στο φυσικό περιβάλλον. Οι συχνά υψηλές δόσεις φαρμάκων που χορηγούνται στα εκτροφεία, φαίνεται ότι δεν επιτρέπουν στα πουλιά να αναπτύξουν τους φυσικούς μηχανισμούς αντίστασης τους σε κοινές αιτίες παθογένεσης. Το αποτέλεσμα είναι, τα πουλιά, μόλις απελευθερωθούν, να προσβάλονται εύκολα από ασθένειες και να καταλήγουν βορά των αρπακτικών ή να αδυνατούν να φωλεοποιήσουν με επιτυχία. Υπάρχουν όμως αρκετές δυσκολίες στον εντοπισμό του βαθμού αντίστασης των εκτρεφομένων πουλιών σε ασθένειες και στο βαθμό που ευθύνεται αυτός ο παράγοντας για απώλειες που συμβαίνουν μετά την απελευθέρωση.
Ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός αρπακτικών, που ανταποκρίνεται στην υπερσυγκέντρωση τροφής στις περιοχές απελευθέρωσης είναι ένα άλλο, και συχνά μεγάλο, πρόβλημα. Αυτός ο αρνητικός παράγοντας έχει συχνά σταθεί εμπόδιο σε προσπάθειες αναπληθυσμού τόσο στη χώρα μας, όσο και σε άλλες χώρες. Ο περιορισμός αυτού του προβλήματος μπορεί να γίνει είτε με τον έλεγχο του πληθυσμού των αρπακτικών στην ευρύτερη περιοχή απελευθέρωσης, τόσο πριν την απελευθέρωση, όσο και μετά την ολοκλήρωση της και η χρήση κάθε δυνατού αποτρεπτικού μέσου είτε με τη διασπορά των κλωβών εξοικείωσης και την απελευθέρωση μικρών ομάδων πουλιών σε πολλές περιοχές είτε με το συνδυασμό των παραπάνω δραστηριοτήτων.
Όταν σκοπός μας είναι η επανεισαγωγή ενός είδους σε μια περιοχή, οι χρήσεις της γης και η πιθανή μεταβολή του βιοτόπου είναι κάτι που πρέπει να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή. Εάν ένας βιότοπος έχει καταστραφεί, είναι σαφές ότι η κάθε προσπάθεια αναπληθυσμού θα καταλήξει σε αποτυχία. Πολλές φορές όμως, συμβαίνουν μεταβολές στο βιότοπο ως αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων όπως αλλαγή στις μεθόδους καλλιέργειας ή υπερβόσκηση κλπ, που δεν είναι [εύκολο να εντοπισθούν. Εάν θα πρέπει να εφαρμοσθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα |επανεισαγωγής, η βελτίωση του βιότοπου είναι απολύτως απαραίτητη, εάν θέλουμε να έχουμε κάποιες πιθανότητες επιτυχίας.
Όλα τα παραπάνω προβλήματα μαρτυρούν την ύπαρξη πολλών κινδύνων, (ιδιαίτερα, όταν επιχειρείται απελευθέρωση θηραμάτων εκτροφής σε περιοχή, |όπου υπάρχει ήδη ιθαγενής πληθυσμός. Αυτή η πράξη μπορεί να προκαλέσει αρχικά αποτελέσματα, εάν τα πουλιά αυτά καταλάβουν μια περιοχή την οποία θα «απαγορεύσουν» για τον άγριο πληθυσμό ή αν αναμιχθούν και δημιουργήσουν ζευγάρια. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πτωτική τάση και μια μείωση του φυσικού πληθυσμού, λόγω του ότι τα ιθαγενή πτηνά |θα αντικατασταθούν από πτηνά εκτροφής.
Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, που η γεωγραφική απομόνωση πολλών περιοχών, και ιδιαίτερα των νησιών, έχει συντελέσει στη διαμόρφωση υποειδών και επιμέρους διαφορών από άτομα του ίδιου είδους, υπάρχει ο κίνδυνος της εξαφάνισης επιθυμητών χαρακτηριστικών από τον άγριο πληθυσμό τους.
Δε θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η περίπτωση της εισαγωγής ξένου είδους σε μια περιοχή ενέχει πάρα πολλούς κίνδυνους. Ως ξένο είδος θεωρούμε ακόμα και την Νησιωτική πέρδικα, όταν εισάγεται από τον άνθρωπο σε περιοχές έξω από τον κανονικό και συνήθη χώρο εξάπλωσης της. Η απελευθέρωση της σε περιοχή που υπάρχει Ορεινή πέρδικα είναι δυνατό να διαταράξει την οικολογική ισορροπία, λόγω των ισχυρών ανταγωνιστικών σχέσεων που θα αναπτυχθούν ή πιθανής γενετικής μόλυνσης, που τελικά θα οδηγήσει σε εξαφάνιση του ιθαγενούς είδους. Έρευνες, που έκανε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, απέδειξαν ότι η Ορεινή πέρδικα υβριδίζει με τη Νησιωτική σε κατάσταση αιχμαλωσίας και μάλιστα τα υβρίδια είναι γόνιμα. Τέτοιες απελευθερώσεις λοιπόν δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνονται, και για ένα πρόσθετο λόγο ότι, μακροχρόνια, θα στερήσουν από την Ορεινή πέρδικα παραδοσιακά δικούς της βιότοπους.
Ακόμα και η απελευθέρωση φασιανών σε περιοχές που υπάρχει Πεδινή πέρδικα μπορεί τελικά να οδηγήσει σε εξαφάνιση της Πεδινής λόγω ανταγωνισμού.
Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στους κινδύνους και στα προβλήματα, που εμπεριέχονται στην πράξη της απελευθέρωσης, μπορούμε να πούμε ότι σε περιοχές, που υπάρχει έστω και ένας μικρός πληθυσμός άγριων θηραμάτων, θα πρέπει να αυξήσουμε τις προσπάθειες μας σε ένα συνδυασμό πράξεων και ενεργειών υποβοήθησης και ανάπτυξης της άγριας ζωής μέσω των βελτιωτικών επεμβάσεων μας στο βιότοπο. Διατηρώντας και ιδρύοντας φυσικούς φράχτες, σπέρνοντας επιλεκτικά φυτικά είδη, τοποθετώντας ποτίστρες κ.τ.λ, εξασφαλίζουμε - με άριστο τρόπο - την ύπαρξη και ανάπτυξη ενός άγριου πληθυσμού στο μέλλον.
Απ' την άλλη μεριά, σε περιοχές όπου δεν υπάρχει σημαντικού μεγέθους άγριος πληθυσμός ή είναι ανύπαρκτος, η απελευθέρωση για αύξηση ή παραγωγή «πυρήνα» είναι απολύτως αποδεκτή. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα ο αριθμός των ατόμων που θα απελευθερωθούν, ώστε τελικά να επιζήσουν πολλά άτομα. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν επιζήσουν πολύ λίγα, υπάρχει ο κίνδυνος, λόγω επιμειξίας, να περιορισθεί σημαντικά η γονιμότητα τους και να μειωθεί η αντίσταση τους σε ασθένειες.
Όταν πρέπει να γίνει ο αναπληθυσμός μιας περιοχής η μέθοδος της σύλληψης και μεταφοράς άγριων θηραμάτων (Ζώγρησις) είναι και η πλέον αξιόπιστη και αποτελεσματική, ενώ παράλληλα μας απαλλάσσει από τα περισσότερα προβλήματα που εντοπίσαμε παραπάνω.