Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack




Μπορούν οι επιλογές των κυνηγών να ασκήσουν εξελικτικές πιέσεις στη θηραματοπανίδα !

Του Στέλιου Φωκά

Είναι δυνατόν να ευνοούν την πληθυσμιακή επικράτηση ζώων με συγκεκριμένες συμπεριφορές ανάμεσα στον ευρύτερο πληθυσμό τους;
Σύμφωνα με μια νέα έρευνα, η απάντηση είναι καταφατική.
Οι θηρευτές, επιλέγοντας τα πιο θαρραλέα θηράματα, αυξάνουν τους πληθυσμούς των δειλών. Ισως όμως η φύση έχει ήδη βρει τον τρόπο να επιφέρει την ισορροπία.

Για ένα ελάφι που προσπαθεί να αποφύγει έναν οπλισμένο κυνηγό η επιλογή της αντίδρασής του εξαρτάται από την προσωπικότητά του. Για τα τολμηρά και γενναία ελάφια το πιθανότερο είναι ότι θα τρέξουν πολύ γρήγορα και μακριά όταν αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.
Η γενναιότητά τους αυτή όμως τα κάνει επίσης να μένουν σε ανοικτούς χώρους και να εξερευνούν πολύ συχνότερα σε ολοένα και μεγαλύτερες εκτάσεις.
Αντιθέτως, τα πιο δειλά προτιμούν να μην αντιμετωπίσουν καν τον κίνδυνο. Φροντίζουν να μένουν μακριά από τους ανθρώπους και τις περιοχές όπου αυτοί συχνάζουν, παράλληλα εξερευνούν νέες περιοχές λιγότερο συχνά από ό,τι τα τολμηρά ελάφια και γενικά δεν μένουν για πολλή ώρα σε σημεία όπου μπορούν να αποτελέσουν εύκολο στόχο. Πώς όμως τα τελευταία έχουν διαμορφώσει αυτού τους είδους τη συμπεριφορά;

Ο παράγοντας άνθρωπος

Μεταξύ των παραγόντων της επιλεκτικότητας οι οποίοι διαμορφώνουν τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των ζώων, οι άνθρωποι είναι απ' ό,τι φαίνεται εκείνοι που μπορούν να προκαλέσουν τις πιο γρήγορες αλλαγές από ό,τι άλλοι φυσικοί παράγοντες. Οι μελέτες έχουν επικεντρωθεί στο πώς ο άνθρωπος επιλέγει τα θηράματα με βάση τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά, αλλά λίγα είναι γνωστά για την επιλογή με βάση τη συμπεριφορά τους.

Σύμφωνα με μια καινούργια έρευνα, την οποία δημοσιεύει η βρετανική επιστημονική επιθεώρηση «Proceedings of the Royal Society Biological Sciences», οι κυνηγοί, από την πλευρά τους, θηρεύουν συχνότερα τα ελάφια που ανήκουν στην κατηγορία των «γενναίων», μια επιλογή η οποία μπορεί να ασκήσει εξελικτικές πιέσεις στους πληθυσμούς των ελαφιών, μετατρέποντάς τα σταδιακά σε πιο επιφυλακτικά και δειλά ζώα.
Η επιλεκτική συμπεριφορά των κυνηγών αποτελεί εδώ και χρόνια αντικείμενο μελέτης των επιστημόνων. Κατά καιρούς, για παράδειγμα, διάφορες μελέτες έχουν αποδείξει ότι οι κυνηγοί επέλεγαν τα μεγαλύτερα σε μέγεθος θηράματα και στην περίπτωση των ελαφιών εκείνα που είχαν τα μεγαλύτερα κέρατα (κλασικός παράγοντας επιλογής σ' αυτό το είδος κυνηγίου). Η νέα μελέτη αφήνει κατά μέρος τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των θηραμάτων ως παράγοντες επιλογής για τους θηρευτές και ασχολείται με τη συμβολή της συμπεριφοράς τους στην ίδια επιλογή.

Παρατηρώντας από κοντά

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα, στο Εντμοντον του Καναδά, με επικεφαλής το βιολόγο Σιμόνε Τσούτι, τοποθέτησαν κολάρα GPS σε 122 κόκκινα -αρσενικά και θηλυκά- ελάφια (Cervus elaphus) που περιφέρονταν στα Καναδικά Βραχώδη Ορη και τα παρακολούθησαν για μία ολόκληρη χρονιά. Στο τέλος της κυνηγετικής περιόδου εκείνης της χρονιάς απέμειναν 97 ελάφια, καθώς οι κυνηγοί είχαν «πάρει» τα 25.

Η ομάδα εντόπισε ποια ήταν αυτά τα 25 ελάφια και άρχισε να μελετά τα στοιχεία που είχαν καταγράψει τα κολάρα που έφεραν. Ο στόχος φυσικά ήταν να διαπιστώσουν αν ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν διαδραμάτισε ρόλο στη θήρευσή τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία των GPS, οι κυνηγοί είχαν επιλέξει εκείνα τα ελάφια που κινούνταν συχνότερα και διένυαν μεγαλύτερες αποστάσεις από τα υπόλοιπα, προφανώς γιατί περνούσαν περισσότερη ώρα σε ανοιχτούς χώρους δίνοντας καλύτερο στόχο.
Τη συγκεκριμένη τάση είχαν περισσότερο τα αρσενικά ελάφια, που παρουσίασαν και τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση στις εκτάσεις που κάλυπταν. Ομως, μελετώντας τα αντίστοιχα στοιχεία για τα θηλυκά, διαπίστωσαν πως οι διαφορές μεταξύ θηρευμένων και μη θηρευμένων ελαφιών στις εκτάσεις που κάλυπταν μετακινούμενα ήταν πολύ μικρές.
Αυτό, σύμφωνα με τους επιστήμονες, σημαίνει πως οι διαφορές στην επιλογή των ενδιαιτημάτων και την έκταση που καλύπτουν μετακινούμενα τα ελάφια υπήρχαν και πολύ πριν από την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου. Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά αντανακλά την ήδη διαμορφωμένη προσωπικότητα του ζώου και δεν αποτελεί απάντηση ή αντίδραση στην ξαφνικά αυξανόμενη παρουσία των κυνηγών στην περιοχή του. Επίσης, αυτό σημαίνει ότι ο βαθμός στον οποίο τα ζώα τρομάζουν και εγκαταλείπουν άμεσα μια περιοχή και αποφεύγουν να την επισκεφθούν μελλοντικά, ουσιαστικά δηλαδή γίνονται «δειλά», ποικίλλει εξαιρετικά. Και φυσικά, παραμένοντας ζωντανά, αυξάνεται η αναλογία τους στον ευρύτερο πληθυσμό.

Το επόμενο στάδιο της έρευνας

Η βασική υποψία των επιστημόνων εδώ και πολύ καιρό είναι ότι οι άνθρωποι ασκούν ισχυρές εξελικτικές πιέσεις στα ζώα, επηρεάζοντας σε βάθος χρόνου τις συμπεριφορές και τη φυσιολογία τους. Κάτι που σιγά σιγά επαληθεύεται. Και μπορεί τα αποτελέσματα του συγκεκριμένου τμήματος της έρευνας να παρουσιάστηκαν, οι επιστήμονες όμως ετοιμάζουν τώρα το επόμενο.

Συγκεκριμένα, επόμενος στόχος τους είναι να μελετήσουν αν τα τολμηρά ελάφια είναι πιο πιθανό να επιλέγονται και από τους φυσικούς τους θηρευτές, όπως είναι ο λύκος και οι αρκούδες. Αν αποδειχθεί το αντίθετο, ότι τα τολμηρότερα ελάφια έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των φυσικών τους θηρευτών, από ό,τι έχουν τα πιο δειλά, αυτό θα σημαίνει ότι οι πληθυσμοί των ελαφιών, όσον αφορά στην αναλογία τολμηρών - δειλών, τελικά εξισορροπούνται.
Με την πάροδο του χρόνου, δηλαδή, η αντίθετη -με τους ανθρώπους- συμπεριφορά των φυσικών θηρευτών έναντι των ελαφιών επιφέρει τελικά την ισορροπία στους πληθυσμούς. Μοιάζει δηλαδή σαν να έχει συναφθεί μεταξύ ανθρώπων και αρπακτικών μια άτυπη συμφωνία που τηρείται απαρέγκλιτα: «Εσείς τα γενναία και δυνατά, εμείς τα δειλά και αδύναμα».

Νέα πεδία μελέτης

Μπορεί η συγκεκριμένη έρευνα να έχει τοπικό χαρακτήρα, δεν παύει όμως να ανοίγει ένα νέο πεδίο μελέτης για τους επιστήμονες, ενώ επιπλέον, όπως ομολογούν και οι ίδιοι, χρειάζονται περισσότερη επιτόπια έρευνα και επιπλέον μοντέλα για να αποκλειστούν άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα πρότυπα κίνησης των ελαφιών και την επιλογή τους από τους κυνηγούς, όπως η ηλικία και η προηγούμενη εμπειρία.
Παράλληλα, ένα άλλο θέμα που απασχολεί την ομάδα είναι αν χρησιμοποιώντας τα ευρήματά τους για τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου ελαφιού μπορούν να προβλέψουν την πιθανότητα αυτό να καταλήξει στην κουζίνα κάποιου κυνηγού κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρονιάς.
Η έρευνα δεν σταματά πουθενά λοιπόν, αντιθέτως, δίνει πάντα ένα έναυσμα για το επόμενο στάδιο, γεγονός το οποίο, όσον αφορά στο συγκεκριμένο τομέα, ίσως μας δώσει κάποτε την ευκαιρία να κατανοήσουμε πλήρως τα ζώα και, γιατί όχι, να μας δώσει και τη δυνατότητα να τα βοηθήσουμε.

ΕΝΘΕΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΤΥΠΟΥ


© Giorgio Peppas

Top